Armagideon Time - The Clash - London 1979

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Η γέννηση του χρηματιστηρίου...


Συνέντευξη στη Νόρα Ράλλη. 
Τέλη του 15ου αιώνα, Άγγλοι και Ολλανδοί είχαν ήδη αρχίσει να έχουν εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και το 1602 ίδρυσαν την «Ενωμένη Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών» (VOC). Ήταν η πρώτη πολυεθνική εταιρεία στον κόσμο και η πρώτη επιχείρηση που εξέδωσε μετοχές! Τότε, το κοινοβούλιο των Κάτω Χωρών της παραχώρησε ένα 21ετές μονοπώλιο για να πραγματοποιεί αποικιακές δραστηριότητες στην Ασία. Επιπλέον, η Εταιρεία είχε σχεδόν-κυβερνητικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας διεξαγωγής πόλεμου, να διαπραγματεύεται συνθήκες, να εκδίδει νόμισμα, και να ιδρύει αποικίες. Μπορεί να βγάλει άραγε κάποιος συμπεράσματα για το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης από τέτοια μεμονωμένα περιστατικά της ιστορίας της;

Αξίζει αλήθεια η διαρκής έρευνα και ανακάλυψη τέτοιων στιγμών από το παρελθόν;  Και με ποιο τρόπο; Μέσω επιστημονικής έρευνας ή διαρκούς μελέτης; Μπορεί η έρευνα ή δεν μπορεί να ανατρέψει κατεστημένες απόψεις και –τελικά- δομικά υλικά της πραγματικότητάς μας;

Αναζητώντας αυτές τις απαντήσεις, συνομιλήσαμε με τον Ολλανδό οικονομολόγο και συγγραφέα Λόντεβεϊκ Πέτραμ (Lodewijk Petram),  με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο «Η γέννηση του χρηματιστηρίου – Ίντριγκες και πάθη στα Άμστερνταμ του 17ου αιώνα», από τις εκδόσεις  Αιώρα. Και αρκεί να σκεφτεί κανείς πώς θα ‘ταν η ζωή μας χωρίς κινητό τηλέφωνο (που μάλλον δεν θα υπήρχε, χωρίς την ύπαρξη του χρηματιστηρίου), για να καταλάβει πόσο τελικά φαινομενικά ασύνδετα γεγονότα τελικά είναι αυτά που καθορίζουν τις συνθήκες της ίδια μας της ζωής.

«Το Χρηματιστήριο του Άμστερνταμ ιδρύθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις Εταιρείες Ανατολικών Ινδιών (Ολλανδική και Βρετανική). Οι θεσμοί αυτοί υλοποιούν το πνεύμα της παγκοσμιοποίησης το οποίο κυοφορείται από την ανακάλυψη του πλανήτη από τους Ευρωπαίους 400 χρόνια νωρίτερα. Μπορείτε να μας δώσετε μια περιγραφή του κόσμου αν δεν είχαν συμβεί οι αλλαγές αυτές;»
Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον ερώτημα, αν και πολύ δύσκολο, εγχείρημα σκέψης. Νομίζω ότι για πολλούς ανθρώπους είναι αδιανόητο ακόμα και να φανταστούν τη ζωή σήμερα χωρίς smartphones, ασύρματο ίντερνετ κ.λπ. – κι αυτά εμφανίστηκαν μόλις την τελευταία δεκαετία! Αν δεν είχε αναπτυχθεί η χρηματιστηριακή αγορά και δεν είχαν δημιουργηθεί οι μεγάλες εμπορικές εταιρείες, θα ήταν δύσκολο να οργανωθεί εμπόριο μεγάλης κλίμακας με τόσο μακρινές χώρες: η αποστολή πλοίων σε κάποιον προορισμό στην άλλη άκρη του κόσμου είναι ιδιαίτερα δαπανηρό και ριψοκίνδυνο εγχείρημα, η ανάπτυξη του χρηματιστηρίου κατέστησε δυνατό το μοίρασμα των δαπανών και των κινδύνων σε μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων.
Χωρίς αυτό θα είχε βέβαια υπάρξει κάποιο επίγειο εμπόριο με την ανατολική Ασία, και συνεπώς οι άνθρωποι στην Ευρώπη θα είχαν αποκτήσει γνώση της ύπαρξης άλλων πολιτισμών και εξωτικών προϊόντων, αλλά αυτά τα προϊόντα θα ήταν απαγορευτικά ακριβά και άρα απρόσιτα για την πλειονότητα του πληθυσμού. Νομίζω λοιπόν ότι ο κόσμος σήμερα θα έμοιαζε λιγότερο ομοιόμορφος. Στον παγκοσμιοποιημένο πλανήτη τα ίδια προϊόντα είναι διαθέσιμα παντού. Αν δεν είχε μειωθεί το κόστος του μακρινού εμπορίου μεγάλης κλίμακας, στην Ευρώπη θα είχαμε στη διάθεσή μας μόνο ευρωπαϊκά προϊόντα, στην Ασία ασιατικά κ.λπ., χωρίς μεγάλες επιρροές από άλλα μέρη του κόσμου.

Από την άλλη πλευρά όμως, ακόμα και χωρίς την ανάπτυξη του χρηματιστηρίου, τα πλούσια κράτη θα μπορούσαν να οργανώσουν ένα τέτοιο εμπόριο. Άλλωστε η Ισπανία και η Πορτογαλία το έκαναν κατά τον 16ο αιώνα, χωρίς να έχουν χρηματιστήριο. Όταν η ισχύς και ο πλούτος τους μειώθηκε, αντίστοιχα μειώθηκε και η επιρροή τους σε άλλα μέρη του κόσμου, αλλά μια άλλη χώρα θα μπορούσε να πάρει τη θέση τους.

Τελικά, ίσως ο κόσμος να μην ήταν και τόσο διαφορετικός, χωρίς χρηματιστήρια. Μπορεί απλώς η παγκοσμιοποίηση να προχωρούσε από τις κυβερνήσεις και όχι από τις ιδιωτικές εταιρείες. Κάτι, που τα βλέπουμε εξάλλου να γίνεται σήμερα, ειδικά στη χώρα σας.

«Παραμένει η χρηματιστηριακή αγορά "το πιο δολερό και σκανδαλώδες εμπόριο", όπως χαρακτηριζόταν σε κείμενα του 17ου αιώνα που αναφέρετε στο βιβλίο σας;»
Όχι. Νομίζω ότι τα περισσότερα απ’ όσα συνέβαιναν τότε και συνεχίζουν να συμβαίνουν στο χρηματιστήριο, μπορούν να χαρακτηριστούν ως μία έντιμη μορφή εμπορίου. Οι εταιρίες χρησιμοποιούν το χρηματιστήριο για να αντλούν κεφάλαια και οι επενδυτές για τη διαφοροποίηση του κινδύνου. Κάποιες φορές όμως οι συναλλασσόμενοι συμπεριφέρονταν δόλια. Τον 17ο αιώνα, για παράδειγμα, ήταν σχετικά εύκολο να επηρεάσεις την τιμή των μετοχών της VOC [Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών]. Αν κάποιος πήγαινε στο χρηματιστήριο και διέδιδε ψευδείς φήμες για την εταιρεία, η τιμή θα ανέβαινε ή θα κατέβαινε αμέσως, κάτι που προφανώς μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κερδοσκοπία. Αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο συγκρίσιμο με τη συμπεριφορά κάποιων μεγάλων τραπεζών στις σύγχρονες χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες μερικές φορές εκμεταλλεύονται την άγνοια των πελατών τους: πουλάνε πολύπλοκα προϊόντα που ξέρουν ότι οι πελάτες τους δεν θα καταλάβουν, με μόνο στόχο να κερδίσουν χρήματα.

«Αναφέρεστε στις κρίσεις του 1672 και κυρίως του 1688. Υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές με τις κρίσεις του 1929 και του 2008 (η οποία ξεκίνησε ως χρηματοπιστωτική κρίση και απειλεί πλέον την συνοχής της ίδιας της Ευρωζώνης);»

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες. Η πιο εντυπωσιακή είναι μάλλον ότι σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρατε η κρίση ακολούθησε μια περίοδο κατά την οποία το χρήμα ήταν φθηνό, κάτι που δελεάζει τους επενδυτές (ιδιώτες ή, όπως στο πιο πρόσφατο παράδειγμα, χώρες) να δανειστούν μεγάλα ποσά και να τα χρησιμοποιήσουν για κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο. Αυτό ανεβάζει τις τιμές και αναπόφευκτα οδηγεί στη συνέχεια σε πτώση.

Πάντως τα γεγονότα που προκαλούν την πτώση δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις ίδια. Τόσο στις οικονομικές κρίσεις του 1672 όσο και του 1688, η Ολλανδική Δημοκρατία αντιμετώπιζε έναν πόλεμο, ενώ στα πρόσφατα παραδείγματα, η κρίση ξεκίνησε από τον χρηματοπιστωτικό κόσμο.

Μια άλλη ομοιότητα είναι ότι η κρίση φέρνει έλλειψη εμπιστοσύνης, η οποία με τη σειρά της βαθαίνει τις συνέπειες της κρίσης. Το 1672, για παράδειγμα, αρκετά αφού τα γαλλικά στρατεύματα και το αγγλικό ναυτικό είχαν υποχωρήσει, το χρηματιστήριο ακόμη δεν είχε αρχίσει να επανακάμπτει: ως αποτέλεσμα της κρίσης δεν υπήρχε πλέον καθόλου εμπιστοσύνη – μόνο μετά από μια αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης της αγοράς, άρχισε πάλι να κινείται η χρηματιστηριακή αγορά. Αυτό μπορεί να γίνει μάθημα για το σημερινό χρηματοοικονομικό σύστημα: μετά από μια κρίση τόσο σοβαρή όσο η σημερινή, μπορεί να είναι ψευδαίσθηση η σκέψη ότι, έτσι απλά, θα επανέλθουμε στην πρότερη κατάσταση. Μπορεί να χρειαστεί να κάνουμε δομικές αλλαγές στο σύστημα, προκειμένου να επαναφέρουμε την εμπιστοσύνη μεταξύ των εμπλεκομένων.

«Για να θυμηθούμε τον Max Weber, βλέπετε συσχέτιση της ανάπτυξης της χρηματιστηριακής και καπιταλιστικής οικονομίας με το πνεύμα του προτεσταντισμού;»

Όταν το 1602 γεννήθηκε το πρώτο χρηματιστήριο στο Άμστερνταμ, ο πληθυσμός της πόλης ήταν κυρίως καλβινιστές. Οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με το εμπόριο των μετοχών ήταν επίσης, σχεδόν χωρίς καμιά εξαίρεση, καλβινιστές. Αλλά το χρηματιστήριο δεν δημιουργήθηκε από το πουθενά. Σημαντικές εξελίξεις που έθεσαν τα θεμέλια για την ανάπτυξή του χρονολογούνται από τα τέλη του Μεσαίωνα και τις ιταλικές πόλεις-κράτη, των οποίων ο πληθυσμός αποτελούνταν στην πλειονότητά του από καθολικούς και από εβραϊκές μειονότητες.
Επιπλέον, περίπου από το 1640, μετανάστευσαν στο Άμστερνταμ  πολλοί Εβραίοι οι οποίοι αποδείχτηκαν πολύ δραστήριοι στο χρηματιστήριο. Μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, το 85% των συναλλαγών γινόταν από τους Εβραίους, ενώ στις συναλλαγές παραγώγων, το ποσοστό αυτό ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Θα ήταν, λοιπόν, ανακριβές να θεωρήσουμε ότι υπήρξε μεγάλη συσχέτιση μεταξύ του καλβινιστικού πνεύματος της Ολλανδικής Δημοκρατίας, της ανόδου της καπιταλιστικής κοινωνίας και της ανάπτυξης του χρηματιστηρίου.
Αλλά θα ήταν επίσης ανακριβές να πούμε ότι δεν υπήρξε καμία σύνδεση με τον προτεσταντισμό. Αυτό που συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική άνθιση του Άμστερνταμ τον 17ο αιώνα ήταν η μεγάλη συγκέντρωση μορφωμένων ανθρώπων. Το ποσοστό εγγραμμάτων στην Ολλανδία ήταν σημαντικά υψηλότερο απ’ ό, τι στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης. Αυτό ήταν χωρίς αμφιβολία αποτέλεσμα της διάδοσης του προτεσταντισμού στην περιοχή.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Το Ντιτρόιτ πτώχευσε...


Η πόλη που συμβολίζει όσο καμιά άλλη τη μετατροπή των ΗΠΑ σε παγκόσμια βιομηχανική υπερδύναμη χρεοκόπησε. Το Ντιτρόιτ, που στον 20ο αιώνα ταύτισε το όνομά του με την αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, έγινε στον 21ο η μεγαλύτερη πόλη των ΗΠΑ που ζητά προστασία έναντι των πιστωτών της, έχοντας συσσωρεύσει χρέη που ξεπερνούν τα 18 δις. δολάρια.
Από σύμβολο ανάπτυξης, το Ντιτρόιτ βρέθηκε να έχει χρέη 18 δισ. δολαρίωνΑπό σύμβολο ανάπτυξης, το Ντιτρόιτ βρέθηκε να έχει χρέη 18 δισ. δολαρίωνΌμως, σε αντίθεση με την προηγούμενη αντίστοιχη περίπτωση του Στόκτον στην Καλιφόρνια, αυτή τη φορά οι αρχές της πόλης στοχεύουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα οποία θεωρούν μη εγγυημένους επενδυτές όπως τους ομολογιούχους. Κι αυτό είναι απόφαση όχι των εκλεγμένων αρχών, αλλά ενός διορισμένου υπερδημάρχου.
Έτσι, η χρεοκοπία της 18ης μεγαλύτερης πόλης των ΗΠΑ αναμένεται να βυθίσει ακόμα περισσότερο την τοπική κοινωνία στην απόγνωση. Ο 70χρονος δήμαρχος της πόλης, Ντέιβ Μπινγκ, δήλωσε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν ως έχουν και πως οι μισθοί των υπαλλήλων θα καταβληθούν στο ακέραιο. «Πραγματικά δεν ήθελα να πάμε σ' αυτήν την κατεύθυνση, αλλά πρέπει να κάνουμε το καλύτερο δυνατό», ήταν τα λόγια του 70χρονου παλαίμαχου μπασκετμπολίστα των Detroit Pistons, που συγκαταλέγεται στους πενήντα κορυφαίους παίκτες ΝΒΑ όλων των εποχών. Τον Ιούνιο, η πόλη απέτυχε να καταβάλει συντάξεις 39,7 εκατ. δολαρίων.
«Πρώτο βήμα»
Από το ίδιο βήμα, στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου, που έκανε το γύρο του κόσμου, ο Κέβιν Ορ, έκτακτος διορισμένος διοικητής της πόλης, υποστήριξε ότι η ένταξή της στο άρθρο 9 του πτωχευτικού κώδικα για κοινότητες ήταν το πρώτο βήμα για την αποκατάστασή της.
Οι δανειστές της πόλης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται ομολογιούχοι αλλά και συνδικάτα εργαζομένων, αντιστέκονται στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους. Για τον Εντ Μακ Νιλ, εκπρόσωπο 33 εργατικών σωματείων, η κίνηση αυτή αποσκοπεί στο να διαλύσει τα συνδικάτα. «Πρόκειται για αρπαγή εξουσίας», είπε στο Reuters.
Τον περασμένο Νοέμβριο, οι πολίτες του Μίσιγκαν είχαν απορρίψει σε δημοψήφισμα με ψήφους 52% έναντι 48% νόμο έκτακτης ανάγκης που προέβλεπε το διορισμό από την Πολιτεία διοικητή με υπεραρμοδιότητες που θα διαπραγματευόταν το χρέος της πόλης, έχοντας τη δυνατότητα να προχωρήσει σε στάση πληρωμών. Ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης Σνάιντερ επανήλθε και τον Μάρτιο διόρισε το δικηγόρο Κέβιν Ορ στη θέση αυτή. Σύμφωνα με την εφημερίδα «The Detroit News», ο Ορ ζήτησε υπαγωγή στο άρθρο 9 πέντε μόλις λεπτά πριν ο δικαστής αποφασίσει την άρση των έκτακτων αρμοδιοτήτων του.
Ford-Chrysler
Η κατάσταση στο Ντιτρόιτ είναι δραματική τα τελευταία χρόνια. Η κρίση του 2008 έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην άλλοτε τέταρτη μεγαλύτερη πόλη των ΗΠΑ. Το 2009, οι δύο πιο εμβληματικές βιομηχανίες της πόλης, η Ford και η Chrysler, μπήκαν στο άρθρο 11 του αμερικανικού πτωχευτικού κώδικα για επιχειρήσεις με αντάλλαγμα τα 80 δισ. δολάρια κρατικής βοήθειας για την αναδιάρθρωσή τους. Ο Κέβιν Ορ συμμετείχε, τότε, στην αναδιοργάνωση της Chrysler ως νομικός σύμβουλος.
Η ανεργία στην πόλη έχει τριπλασιαστεί από τις αρχές του 2000 και παραμένει διπλάσια σε σχέση με την ανεργία στις ΗΠΑ. Ο πληθυσμός του Ντιτρόιτ έχει συρρικνωθεί από δύο εκατομμύρια το 1950 σε 700.000 σήμερα. Οι περικοπές των δημόσιων δαπανών έχουν οδηγήσει τις περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες σε πλήρη αποδιοργάνωση, ενώ η κατάρρευση της στεγαστικής αγοράς έχει συρρικνώσει τα φορολογικά έσοδα και, κυρίως, έχει δημιουργήσει πλήθος αστέγων. Την ίδια στιγμή 70.000 κατοικίες παραμένουν εγκαταλειμμένες και ολόκληρες γειτονιές θυμίζουν πόλη-φάντασμα. Το Ντιτρόιτ παραμένει σταθερά τα τελευταία είκοσι χρόνια μια από τις πιο επικίνδυνες πόλεις των ΗΠΑ και ο αριθμός αυτοκτονιών έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια.
Η πόλη που με περηφάνια εξέφραζε στο προσωνύμιο Motor City όλη την ουσία του μεταπολεμικού αμερικανικού ονείρου, ορίζει με τον πληρέστερο τρόπο την ανθρωπιστική κρίση που δημιούργησε ο τουρμποκαπιταλισμός των τελευταίων δεκαετιών.
Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα παρακολουθεί στενά με τους ανώτερους συμβούλους του την κατάσταση στο Ντιτρόιτ. Την ίδια μέρα, ο οίκος αξιολόγησης Moody's αναβάθμισε την προοπτική της αξιολόγησης ΑΑΑ των ΗΠΑ από αρνητική σε σταθερή, δίνοντας credit negative στο Ντιτρόιτ. Οι κάτοικοι της πόλης δεν θα μπουν ποτέ στο Hall of Fame του συστήματος.

Οι ρίζες του μίσους... του Κορνήλιου Καστοριάδη

Castoriadis infront of the fire place

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία«διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.
Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της«διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.
Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».
Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.
Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.
Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,
Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.
Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.
Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;
Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».
Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».
Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.
Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά τον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.
Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι” αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.
Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα