Armagideon Time - The Clash - London 1979

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Μια μαρτυρία από το ολοκαύτωμα στο Χορτιάτη...



Η συγκλονιστική μαρτυρία της Ελένης Νανακούδη, που κατάφερε να επιβιώσει από τη σφαγή και μίλησε στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα. Αποσπάσματα της συνέντευξης προβλήθηκαν στην εκπομπή του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα με τίτλο «η Ελλάδα του Χίτλερ».

«Οι άνδρες εκτελέστηκαν. Τις γυναίκες τις έκλεισαν σε ένα κτίριο και έβαλαν φωτιά.  Δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της, σκοτωμένη  αυτή και το μωρό θήλαζε, μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα»…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (Δ): Εσείς καταρχήν πόσο χρονών ήσασταν;

ΝΑΝΑΚΟΥΔΗ ΕΛΕΝΗ (Ν.Ε.): Ήμουνα  δέκα, δέκα μισό.

Δ: Εσείς εκείνη την εποχή καταλαβαίνατε τι γινόταν στο χωριό με τους Γερμανούς;

Ν.Ε.: Ε, όχι, εγώ μικρή ήμουνα τότε, δέκα χρονών.Δεν ξέραμε τι μας περίμενε, δεν περιμέναμε τέτοια πράγματα, όχι. Εκείνη  την ημέρα ήρθανε, κατεβήκανε αντάρτες από πάνω από το βουνό, χτυπήσανε  έναν Γερμανό. Σκοτώσανε έναν, έναν τραυματίσανε και μετά φύγανε. Οι Γερμανοί ειδοποιήσανε στο Ασβεστοχώρι, ήταν δύναμη εκεί πέρα, Γερμανοί και Έλληνες συνεργάτες τους, και ήρθανε στο χωριό. Εμείς αμέριμνοι, ιδέα δεν είχαμε, καθίσαμε εδώ στο σπίτι, ήρθανε οι Γερμανοί, μας χτυπήσανε την πόρτα, ανοίξαμε, μας μαζέψανε, όσα γυναικόπαιδα βρήκανε. Εγώ ήμουνα με την μάνα μου και την αδερφή μου, μας πήγανε στον κήπο.

Δ: Διάβασα  ότι όταν έγινε το χτύπημα αυτό, πολλοί ειδοποιήθηκαν και έφυγαν στα βουνά.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  ειδοποιήθηκαν πολλοί, απλώς όσοι φοβήθηκαν φύγανε στο  βουνό. Και η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει και ξαναγύρισε. Λέει γιατί να φύγω, τι φταίμε εμείς, τι ξέρουμε, δεν έχουμε ιδέα από τίποτα και γύρισε πίσω. Και μας μαζέψανε εδώ στον κήπο, στο  Μπαντάτσιο, ένα κέντρο που ήταν εκεί. Μας μαζέψανε, μας βάλανε και  καθίσαμε στην πίστα του κέντρου, εκεί μας βρίζανε Έλληνες. Όταν λέμε Έλληνες, εννοούμε συνεργάτες των Γερμανών. Μας βρίζανε, οι άντρες σας είναι αντάρτες μας λέγανε, οι γυναίκες έλεγαν όχι, στην δουλειά είναι, στα χωράφια είναι οι άντρες μας. Μετά, αφού συγκεντρωθήκαμε αρκετοί, ρωτούσαμε  τι θα γίνει, τι θα μας κάνουνε. Ήρθανε και τρία αγοράκια κλαίγοντας. Τα ρωτήσανε οι γυναίκες γιατί κλαίτε, γιατί σκοτώσανε την μαμά μας στην αυλή, της κόψανε τα δάχτυλα, της βγάλανε τα δαχτυλίδια και μετά την σκοτώσανε. Τότε καταλάβαμε τι μας περίμενε.
 Δ: Πόσα  άτομα ήσασταν;

 Ν.Ε.: Εμείς εδώ πρέπει να ήμασταν καμιά εβδομήντα  άτομα. Μας βάλανε τρεις-τρεις στην σειρά.  Ακούσαμε να λένε "πού θα τους πάμε να τους εκτελέσουμε". Κάποιος είπε στο νεκροταφείο. Άκουσα έναν άλλον να λέει, "όχι στο νεκροταφείο θα μας φύγουνε, είναι χαμηλός ο τοίχος. Μην μας φύγει κανείς". Αντίθετα, ο φούρνος ήταν εδώ δίπλα στο σπίτι μας. "Θα τους βάλουμε μέσα στο φούρνο, είναι μεγάλο το οίκημα, θα χωρέσουνε", είπε κάποιος άλλος.

Δ: Εσείς τα ακούγατε όλα αυτά.

Ν.Ε.: Βέβαια  τα άκουγα. Μόλις άκουσα τι λέγανε κρεμάστηκα από της  αδερφής μου το λαιμό και της είπα θα μας σκοτώσουνε. "Όχι εσάς" μου είπε, "εμάς τους μεγάλους, τα μικρά δεν  τα σκοτώνουν" μου είπε η αδερφή μου. Είκοσι χρονών ήταν αυτή. Ανοίξανε τις πόρτες, μας βάλανε στον φούρνο, εμείς που ήμασταν  από τις πρώτες στην γραμμή ανεβήκαμε  στο ζυμωτήριο επάνω. Μας είπαν  να καθίσουμε. Καθίσαμε, στήσανε μπροστά  ένα πολυβόλο στην πόρτα, στο ζυμωτήριο  επάνω και άρχισαν να μας ρίχνουν. Σκοτώθηκε η μαμά μου πρώτα, μετά η αδερφή μου, μετά άρχισαν να φέρνουν δέματα χόρτα και μας τα έριξαν πάνω μας. Βάλανε φωτιά. Είδα μία  κυρία κατέβαινε με το μωρό της  αγκαλιά, πιάστηκα πίσω από την ρόμπα της και κατέβηκα κάτω. Εκεί  ήταν όλοι σκοτωμένοι και κάτω γεμάτο με νεκρούς. Η κυρία αυτή δρασκέλισε την πόρτα  να κατεβεί, εκείνη την ώρα βρέθηκαν μπροστά της, εγώ θα τους πω ταγματασφαλίτες, και άκουσα που να της λένε "κυρία μου που πας;" και την  μαχαίρωσαν.
Έπεσε αυτή ανάμεσα στην πόρτα, εγώ όπως ήμουνα μικρή δεν με είδανε πίσω. Μπήκα κάτω από τον πάγκο και  δεν με είδανε. Πέρασε  λίγη ώρα και βγήκα. Είδα ησυχία εκεί στην αυλή και βγήκα άκουσα κουβέντες στον δρόμο. Που να πάω; Και έξω στην αυλή είχε σκοτωμένους αρκετούς, όσοι δεν χωρούσαν τους σκοτώνανε στην αυλή και έπεσα μπρούμυτα εκεί επάνω στους σκοτωμένους και έκανα τη νεκρή. Εκεί  πέρασε αρκετή ώρα, δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της. Ήταν νεκρή και το μωρό θήλαζε. Μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα. Εν τω μεταξύ αυτή αιμοραγούσε ακόμα. Επάνω  μου ερχόταν όλο το αίμα, αλλά δεν μιλούσαμε.  Τίποτα κανείς. Άρχισαν να μας κλoτσάνε μήπως έχει κανέναν ζωντανό, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο κόσμος ακόμα ξεψυχούσε και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος ήταν ζωντανός ποιος ήταν νεκρός. Εκεί  περίμενα λιγάκι. Αρχισε να βραδιάζει, άρχισε να καίγεται το οίκημα, ο φούρνος. Δεν μπορούσαμε να καθίσουμε άλλο, δίπλα ήταν το σπίτι μας, πήγα εκεί.

 Δ: Ήταν  και άλλοι μαζί σας;

Ν.Ε.: Όχι, εκείνη την ώρα ήμουν μόνη μου. Όλοι οι άλλοι ήταν σκοτωμένοι. Όταν ξεκίνησα να βγω ήταν και δύο παιδάκια πίσω από την πόρτα. Δύο μικρά παιδάκια, αλλά τα έχασα, δεν ξέρω που πήγαν. Εγώ βγήκα έξω, πήγα στο σπίτι το δικό μας που ήταν δίπλα. Δεν ξέρω από πού φύγανε και πώς γλιτώσανε τα παιδάκια αυτά. Από εκεί, από το σπίτι, μόλις βράδιασε, ξεκίνησα να πάω, στα χωράφια. Θυμήθηκα ότι ο μπαμπάς μου ήταν στο χωράφι και ξεκίνησα για το βουνό να πάω να τον  βρω. Δύο ώρες δρόμο μακριά. Στον  δρόμο με βρήκανε κάτι χωριανοί, είδανε που περπατούσα και με βοήθησαν. Εν  τω μεταξύ, εκεί που ανέβαινα στο βουνό, δύο ταγματασφαλίτες με βρήκανε. Αυτοί έκαναν βόλτες, είχαν τα όπλα στους ώμους και κατέβαιναν προς τα κάτω.
Ένας  πήγε από εδώ, ένας από εκεί και  εγώ στην μέση περίμενα να δω τι θα κάνουν. Κατέβασε το όπλο ο ένας να με σκοτώσει, ο άλλος δεν τον άφησε. "Όχι" λέει δεν θα το σκοτώσεις. Θα το σκοτώσω. "Πού είναι η μαμά σου;" με ρώτησαν. Τους είπα ότι την σκοτώσανε. "Ο μπαμπάς σου αντάρτης είναι;" ρώτησαν. "Όχι στο χωράφι είναι", απάντησα. "Και τώρα που θα πας;", είπαν. "Στον μπαμπά μου", είπα. Θα  το σκοτώσω ο ένας, όχι ο άλλος, εγώ περίμενα. Εν τω μεταξύ ήμουν τραυματισμένη, δεν το είχα πάρει είδηση. Στα πόδια μου και στο χέρι μου, τότε είδα. Επειδή την αδερφή μου την κρατούσα αγκαλιά, πέρασε η σφαίρα από της αδερφής μου το κεφάλι και μου έμεινε εδώ στο δικό μου το χέρι και ήταν όλο τούφες από τα μαλλιά της που τραβούσα. Τότε κατάλαβα ότι ήμουνα τραυματισμένη και στα πόδια.
Με  άφησαν αυτοί. Είπε ο ένας στον άλλον, δεν χόρτασες, σκότωσες, έκλεψες. Όχι απαντάει και άλλο θέλω, τι είμαι σαν και εσένα, λέει, που δεν έκλεψες ούτε ένα καλούπι σαπούνι. Οι  δυο τους τώρα μαλώνουνε, εγώ περιμένω… Πάνε μικρή μου, λέει,  εδώ στο  ρέμα να μην σε πιάσει καμιά σφαίρα, να μην σε σκοτώσει κανείς. Εγώ νόμιζα πως θα γυρίσω την πλάτη και θα με τουφεκίσουνε και πήγαινα πίσω-πίσω. Λέει ο ένας:  Όχι μη φοβάσαι δεν θα τον αφήσω να σε σκοτώσει. Πήγα στο ρέμα, κάθισα λίγο. Μόλις πήρε και βράδιασε τότε έφυγα, πήγα στο βουνό, με συνόδευσε ένας χωριανός μας, με βρήκε στον δρόμο και με πήγε στον πατέρα μου.      

Δ: Ο οποίος δεν ήξερε τίποτα;

Ν.Ε.: Είδαν τον καπνό και τους ειδοποίησαν  μην κατεβείτε στο χωριό, γιατί  το χωριό το καίνε, αλλά δεν ήξεραν ότι σκοτώνανε και τον κόσμο. Εγώ ήξερα που ήταν το χωράφι. Ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε. Τι να με κάνει νύχτα στο βουνό; Έβγαλε  το πουκάμισό του, το έσκισε, μου έριξε  ούζο και καπνό στα τραύματά μου και με το πουκάμισό έδεσε  τις πληγές.

Δ: Του είπατε;

Ν.Ε.: Που είναι  η μαμά; ρώτησε. Την σκοτώσανε. Πού είναι η αδερφή σου; Την σκοτώσανε…

Δ: Μετά  γυρίσατε;

Ν.Ε.: Που να γυρίσουμε; Το χωριό στάχτη, το σπίτι  στάχτη, που να γυρίσουμε. Με πήρε καβάλα στο άλογο ο μπαμπάς μου  και ο αδερφός μου, που ήταν μαζί με τον μπαμπά μου. Μας είπανε πως έχει αντάρτες στην Περιστερά και να πάμε εκεί. Εκεί πήγαμε. Προσπάθησαν να μου καθαρίσουν τις πληγές. Στέγνωσε ο καπνός και δεν έβγαινε με τίποτα. Εγώ έκλαιγα ο γιατρός μου έδωσε  και ένα  χαστούκι γιατί έκλαιγα. Από εκεί ήρθαν οι Γερμανοί, μας πήρανε είδηση, τους ειδοποιήσανε ότι στην Περιστερά έχει αντάρτες και ήρθανε με τα αεροπλάνα και άρχισαν χαμηλά να ρίχνουν. Από εκεί, από ρέμα σε ρέμα, με είχανε με ένα φορείο, μια παλιά κουρελού και δύο ξύλα και με κουβαλούσανε μέσα στα βουνά. Πήγαμε  στο Λιβάδι, εκεί είχε αντάρτες. Εκεί κάθε μέρα με αλλάζανε τις πληγές, αλλά το χέρι μου άρχισε να παθαινει σαν  γάγγραινα, είχε μολυνθεί.

Δ: Δεν είχαν  βγάλει την σφαίρα;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  το ήξεραν, δεν μπορούσε να το καταλάβει ο γιατρός, είχε παραμορφωθεί η παλάμη μου. Είχε και έναν Ιταλό γιατρό αιχμάλωτο, που του είπε πως το παιδί έχει σφαίρα μέσα στο χέρι του. Όχι, δεν έχει, θα κόψουμε το χέρι, του απαντούσε. Μάλιστα είπε πως αύριο στις δέκα θα πάμε να κόψουμε το χέρι του παιδιού. Ο Ιταλός είπε στον πατέρα μου, πως θα έρθει κρυφά τη νύχτα, να μην φοβηθεί, και θα βγάλει τη σφαίρα από το χέρι μου. Είπε στον πατέρα μου να μη φοβηθεί, για να μην τον πάρουν είδηση και τον σκοτώσουν. Πράγματι, τη νύχτα σηκώθηκε κρυφά, ήρθε με τον αναπτήρα του μπαμπά μου και το σακάκι, στο εκκλησάκι που κοιμόμασταν, έξω από το Λιβάδι, για να μη φανεί φως μέσα στη νύχτα στο βουνό και μου έβγαλε το μολύβι.  Την άλλη μέρα, η ώρα δέκα που ετοίμασαν  τα πάντα να μου κόψουν το χέρι, άρχισε ο Μάριος, Μάριο τον έλεγαν, να λέει γιατρέ βλέπω το χέρι πάει καλύτερα. Ναι, ναι είπε και ο γιατρός, δεν  θα το κόψουμε, πάει προς το καλύτερο. Με γλίτωσαν από εκεί το χέρι μου. Και έτσι, σιγά-σιγά, συνήλθα.  

Δ: Μετά  τι κάνατε; Γυρίσατε;

Ν.Ε.:  Μετά  γυρίσαμε. Ύστερα από 15 μέρες. Από εκεί μας κυνήγησαν τα αεροπλάνα, οι Γερμανοί και βρεθήκαμε στο Πετροκέρασο. Εκεί  καθίσαμε λίγο καιρό, αλλά εγώ δεν  γινόταν να καθίσω, δεν γιατρευόμουνα  με τα φάρμακα που είχαν οι αντάρτες. Δεν μπορούσα. Και με πήρε ο μπαμπάς μου με κατέβασε, στον Άγιο Βασίλη, είχα μία θεία που είχε ένα σπίτι στο Πετροκέρασο. Και εκεί κάθε μέρα με πήγαιναν στους γιατρούς, μου φτιάχνανε τα τραύματά μου.

Δ: Αυτά  έγιναν το ’44;

Ν.Ε.: Το ’44, σε λίγο καιρό φύγανε και οι Γερμανοί, αλλά ήταν εμείς να περάσουμε την  μπόρα αυτή.

Δ: Είχε  αντάρτες τότε στον Χορτιάτη;

Ν.Ε.: Ε, στο  βουνό θα είχε, αλλά μήπως ξέραμε εμείς. Δεν είχαμε ιδέα εμείς τι είχε και τι δεν είχε. Μπορεί οι μεγάλοι  να είχανε, εγώ δεν ήξερα  τέτοια πράγματα.

Δ: Πόσοι σκοτώθηκαν;

Ν.Ε.: 149 άτομα.

Δ: Και πάρα πολλά παιδιά...

Ν.Ε.: Παιδιά, γέροι, νέοι. Δεν εξαιρούσανε  ηλικία ή άντρας ή γυναίκα. Ό,τι έβρισκαν μπροστά τους σκοτώνανε  και όχι Γερμανοί. Γιατί εγώ  όταν ξεκίνησα να φύγω από το σπίτι  μας, που καιγόταν, να πάω στο βουνό, στον δρόμο εδώ ακριβώς κάνανε βόλτες Γερμανοί. Με είδανε, ούτε καν γύρισαν να μου μιλήσουν.

Δ: Ποιοι δηλαδή ήταν αυτοί; Οι Έλληνες;

Ν.Ε.: Αυτοί που σκοτώνανε ήταν Έλληνες, εγώ  δεν είδα Γερμανό να σκοτώνει. Οι Έλληνες, οι Έλληνες συνεργάτες των  Γερμανών και ύστερα από τόσα χρόνια, έχει τώρα, πόσα χρόνια έχει, έχει 4-5 χρόνια, παραπάνω πρέπει να έχει, με είδανε στην τηλεόραση που μιλούσα, οι ταγματασφαλίτες, που είχα συναντήσει εκείνο το βράδυ. Ο ένας που ήθελε να με σκοτώσει και ο άλλος που δεν τον άφηνε. Αυτοί νόμιζαν πως είχα πεθάνει. Σκέφτηκαν πως δεν θα μπορούσα να επιβιώσω μόνη μου μέσα στη νύχτα. Με είδανε στην τηλεόραση και πήρανε τηλέφωνο στην κοινότητα για να δουν αν θέλω να μιλήσουμε.

Δ: Και μιλήσατε με αυτούς;

Ν.Ε.: Ναι και  με πήρανε τηλέφωνο από την κοινότητα. Μου λένε θέλεις να μιλήσεις με έναν από  αυτούς που σε είδανε; Λέω βεβαίως  θέλω να του μιλήσω, να δω τι θα μου πει. Με  πήρε τηλέφωνο. Του δώσανε το τηλέφωνό μου και με πήρε. Μου λέει σε είδαμε στην τηλεόραση και στενοχωρηθήκαμε.  Πάρα πολύ λυπηθήκαμε. Γιατί λέω, επειδή ζω λυπηθήκατε; Είχατε την εντύπωση ότι πέθανα; Ναι λέει είχαμε την εντύπωση ότι είχες πεθάνει, δεν περιμέναμε να ζήσεις στα χάλια που σε είδαμε. Ήμουνα βουτηγμένη μέσα στο αίμα. Δικό μου αίμα αλλά και άλλων. Ήταν λίμνη το αίμα όπως ξάπλωσα στους νεκρούς επάνω; Και τους λέω τι έγινε τώρα που με είδατε; Ζήτησαν να τους συγχωρήσω. Λέω ναι, αλλά δεν μου λες τώρα, τον ρωτάω,  εσύ ποιος είσαι από τους δυο; Τον έναν τον έλεγαν Βαγγέλη, τον άλλο Δημήτρη 
Δ: Τους  ξέρατε;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  τους ήξερα. Αυτός  μου είπε στο τηλέφωνο, ήμασταν μαζί με τον Βαγγέλη, εγώ  λέγομαι Δημήτρης και ο άλλος  Βαγγέλης. Λέω ποιος όμως από τους δύο ήθελε να με σκοτώσει και ποιος δεν το άφηνε; Δεν το παραδέχτηκε. Όχι, δεν θέλαμε να σε σκοτώσουμε. Ε, πώς δεν θέλατε, αφού κατέβασε το όπλο από τον ώμο και τον έπιασες από τους ώμους να μη με σκοτώσει, πώς γίνεται αυτό; Μου ζήτησε να βρεθούμε από κοντά. Λέω έλα να πιούμε καφέ. Λέω, δεν μου λες σε παρακαλώ, πόση σύνταξη σε βγάλανε που σκότωνες τους ανθρώπους; Και μου το έκλεισε, όταν του το είπα. Μου το έκλεισε. Πέρασε  λίγος καιρός, ήταν Χριστούγεννα και περίμενα εγώ, λέω θα με ξανάπάρει αυτός τηλέφωνο για να μου ζητήσει πάλι συγχώρεση και πράγματι με πήρε.

Με  πήρε και λέει ποιος είναι στο  τηλέφωνο; Μήπως είσαι λέει η κόρη της; Δεν με κατάλαβε την δεύτερη  φορά που πήρε τηλέφωνο. Λέω εγώ  ναι, η κόρη της είμαι, τι θέλετε; Λυπηθήκαμε για την μαμά σας τόσο πολύ που πέρασε αυτά τα πράγματα και έχουμε και εμείς οικογένειες, έχουμε παιδιά, θέλουμε να ζητήσουμε συγχώρεση. Λέω δεν ξέρω, δεν είναι η μαμά μου  εδώ, αλλά δεν χρειάζεται ξανά συγχώρεση. Ας σας συγχωρήσει ο θεός. Τι άλλο να τους πεις;

Δ: Πώς εξηγείς  το ότι το χωριό που είχε γύρω στους 2.500 κόσμο, εκείνη την μέρα ήταν γύρω στα 149 άτομα, τα οποία έπιασαν και σκότωσαν. Πώς εξηγείς το ότι δεν είχαμε περισσότερα θύματα;

Ν.Ε.: Κοίταξε, άλλοι φύγανε στο βουνό. Να πρώτα-πρώτα  η θεία μου. Εγώ είχα μια θεία με τα παιδιά της και έφυγε και  πήγε στο βουνό. Όσοι φοβόντουσαν, πιο δειλοί, φύγανε. Η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει, πήγε μέχρι το σημείο που σήμερα βρίσκεται το μνημείο και γύρισε πίσω. Τι, χαζή είμαι λέει; Έτσι θα σκοτώνουνε τον κόσμο; Εμείς δεν έχουμε ιδέα από τίποτα, γιατί να μας σκοτώσουν;

Δ: Δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο…

Ν.Ε.: Όχι. Τότε ο κόσμος, είχε συναναστροφές με τους Γερμανούς.

Δ: Οπότε δεν φοβότανε.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  φοβότανε. Εμείς μικρά ήμασταν. Εδώ είχε βίλες, εβραίικες βίλες, όπου  καθόντουσαν Γερμανοί. Ερχόμασταν εδώ, στους Γερμανούς, παίζαμε, τους φέρναμε αυγά και μας έδιναν ζάχαρη που δεν είχαμε, κότες σφαγμένες και μας τις πλήρωναν. Δεν μας πείραζαν οι Γερμανοί καθόλου, δεν μας πείραζαν, τώρα ήταν αυτό το σύστημά τους; Ξέρω εγώ; Τώρα  τι έγινε στα τελευταία δεν ξέρω... Εκεί στα Καλάβρυτα, γυναίκες δεν σκοτώνανε, μονάχα άντρες και παιδιά από 12 χρονών και επάνω, από 12 χρονών και κάτω δεν σκοτώνανε. Τώρα  τι διαταγές είχανε και πώς τις  είχαν τις διαταγές δεν ξέρω.

Δ: Μήπως η παρουσία του Σούμπερτ συνέβαλε στο να γίνουν πιο σκληροί… Μήπως έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί σκοτώνανε όποιον έβρισκαν μπροστά τους;

Ν.Ε.: Ναι, κοίταξε  τώρα, για παράδειγμα αυτός ο ταγματασφαλίτης να τον πω εγώ, ο Δημήτρης όπως μου είπε ότι τον λένε, όταν τον ρώτησα πώς ήρθατε εσείς και σκοτώνατε; γιατί το κάνατε; Μου απάντησε ήταν 20 χρονών παιδιά, τους είπαν πηγαίνετε στον Χορτιάτη και ότι θέλετε κάντε. Τους διέταξαν οι Γερμανοί να έρθουν στον Χορτιάτη μου είπε. Και ήρθαν με τα GMC τότε, με τα στρατιωτικά τα αυτοκίνητα των Γερμανών. Και επειδή σας είπαν λέω ότι θέλετε κάντε, εσείς όποιον βρίσκατε σκοτώνατε; Αυτή ήταν η διαταγή που είχαμε μου είπε.

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Αν η Ελλάδα ήταν εταιρεία…


Ολοκληρωτική παράδοσης της δημόσιας περιουσίας στο ESM ζητούν οι Γερμανοί βιομήχανοι
Είναι αμφίβολο εάν υπάρχει ένα ιστορικό παράδειγμα στο οποίο μια χώρα να παραδόθηκε ολοκληρωτικά χωρίς να περάσει από το έδαφος της ούτε ένα ξένο άρμα μάχης – έστω και για λόγους εντυπωσιασμού. Αυτό όμως φαίνεται ότι συνέβη στην Ελλάδα.
Ο Σύνδεσμος Γερμανών Βιομηχάνων πρότεινε την παράδοση της Ελληνικής δημόσιας περιουσίας στο ευρωμηχανισμό διάσωσης ESM για την περίπτωση που η χώρα δεν θα καταφέρει να εξυπηρετήσει τις δανειακές τις υποχρεώσεις – κάτι που είναι περισσότερο από σίγουρο δεδομένου ότι με την ακολουθούμενη πολιτική λιτότητας το χρέος αυξάνεται αντί να μειώνεται.
«Όταν μία επιχείρηση κηρύττει πτώχευση» δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Συνδέσμου, Ούλριχ Γκρίλλο «αυτό δεν σημαίνει ότι οι πιστωτές παραιτούνται από τις αξιώσεις τους, τουλάχιστον μέχρι ο διαχειριστής της πτώχευσης να εξετάσει τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης και να αποφασίσει σχετικώς».
Η ταύτιση μιας χώρας με μια επιχείρηση και ακόμη χειρότερα με ένα νοικοκυριό είναι φυσικά μια λογική ακροβασία, η οποία χρησιμοποιείται σε όλες τις χώρες που βρίσκονται στην παγίδα του χρέους. Όπως συνέβη στην Αργεντινή, πριν από περίπου μια δεκαετία, τη λογική αυτή αναλαμβάνουν να προωθήσουν στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα έμμισθοι κήρυκες του συστήματος οι οποίοι συνήθως εμφανίζονται με την ιδιότητα δημοσιογράφου σε νυχτερινά δελτία ειδήσεων και τις ναυαρχίδες του αστικού Τύπου. Πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους που πληρώνονται άμεσα ή έμμεσα από τους πιστωτές της χώρας και τα τραπεζικά ιδρύματα που αυτοί ελέγχουν.
Προφανώς μια χώρα δεν αντιμετωπίζεται ποτέ σαν επιχείρηση και αυτό το γνωρίζουν ακόμη και πρωτοετείς φοιτητές οικονομικών και διεθνούς δικαίου. Με βάση το διεθνές δίκαιο δεν υπάρχει η έννοια της «εκκαθάρισης» καθώς το κυρίαρχο κράτος απολαμβάνει ασυλίας – η δε κυβέρνηση έχει πρώτα υποχρέωση έναντι των πολιτών της και στη συνέχεια απέναντι στους πιστωτές. Το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (μαζί με τα νεοφασιστικά και «κεντροαριστερά» δεκανίκια του ΛΑΟΣ και της ΔΗΜΑΡ) δεν σεβάστηκαν ποτέ αυτή την αρχή δεν αναιρεί την ισχύ της.
Ας δεχθούμε όμως έστω και για λίγο την προπαγανδιστική λογική των Γερμανών βιομηχάνων και των δημοσιογραφούντων υπαλλήλων τους στην Ελλάδα.
Αν η Ελλάδα ήταν επιχείρηση θα δεχόταν ποτέ να αγοράζει ελαττωματικά προϊόντα, τα οποία τις επιβάλλονται με πολιτικές πιέσεις, όπως συνέβη λόγου χάρη με τα γερμανικά υποβρύχια;
Αν η Ελλάδα ήταν μια επιχείρηση θα δεχόταν τους ληστρικούς όρους δανειοδότησης που επιβάλλει το Βερολίνο την τελευταία τριετία – αλλάζοντας μάλιστα το νομικό καθεστώς των παλαιότερων δανείων (από το ελληνικό στο βρετανικό δίκαιο);
Αν Η Ελλάδα ήταν επιχείρηση θα έμεναν ατιμώρητα τα στελέχη της όταν θα γινόταν γνωστό ότι χρηματίζονταν από γερμανικές εταιρείες όπως η Siemens;
Αν η Ελλάδα ήταν επιχείρηση θα δεχόταν να τοποθετηθούν στελέχη των πιστωτών της στα γραφεία της, πριν από την επίσημη πτώχευση, όπως κάνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις με τους επιτρόπους στα υπουργεία;
Αν η Ελλάδα ήταν επιχείρηση θα δεχόταν ποτέ να ενταχθεί σε μια λεόντειο ένωση όπως η ευρωζώνη, η οποία από τη σύστασή της δημιουργεί ελλείμματα και χρέη στους μικρότερους εταίρους ενώ προσφέρει πλεονάσματα στους ισχυρότερους, χωρίς μάλιστα να διαθέτει ένα κεντρικό μηχανισμό για την κάλυψη αυτών των ελλειμμάτων και την ισορροπία του νέου νέου εταιρικού σχήματος.
Αν η Ελλάδα ήταν επιχείρηση υπό πτώχευση δεν θα έπρεπε να ανατεθεί σε μια ανεξάρτητη ελεγκτική αρχή ο έλεγχος (audit) των χαρακτηριστικών του χρέους; Δέχεται το Βερολίνο και η ελληνική κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου τη δημιουργία μιας επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου ή φοβούνται ότι με αυτό τον τρόπο η πλειονότητα των βουλευτών και των υπουργών τους κινδυνεύει να καταλήξει στη φυλακή το επόμενο πρωί;
Και μια ακόμη διαφορά: Η Ελλάδα δεν είναι επιχείρηση και αν περιμένετε τους υπαλλήλους της να μαζέψουν τα πράγματά τους σε χαρτόκουτες και να φύγουν με δάκρυα στα μάτια είστε γελασμένοι. Σας περιμένουν στην γωνία για να τιμωρήσουν το οικονομικό Ράιχ και τους δοσίλογους υπαλλήλους του.
Άρης Χατζηστεφάνου

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Οι δεκαεπτά αντιφάσεις του καπιταλισμού...Ντέιβιντ Χάρβεϊ


- Ετοιμάζετε το νέο βιβλίο σας «Οι δεκαεπτά αντιφάσεις του καπιταλισμού». Γιατί  επικεντρώνεστε σε αυτές;
-Η ανάλυση του καπιταλισμού δείχνει ότι υπάρχουν σημαντικές και θεμελιώδεις αντιφάσεις. Σε τακτά χρονικά διαστήματα οι αντιφάσεις αυτές ξεφεύγουν από τον έλεγχο και δημιουργούν κρίσεις. Σήμερα βρισκόμαστε μέσα σε μια κρίση, και νομίζω ότι είναι σημαντικό να ρωτήσουμε «ποιες ήταν οι αντιφάσεις που μας οδήγησαν σε αυτήν;». «Πώς μπορούμε να αναλύσουμε την κρίση από την άποψη των αντιφάσεων;» Μια από τις μεγάλες ρήσεις του Μαρξ ήταν ότι «μια κρίση είναι πάντα το αποτέλεσμα υπόγειων αντιφάσεων». Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ασχοληθούμε με αυτές, παρά με τα αποτελέσματά τους.

-Μία από τις αντιφάσεις στις οποίες επικεντρώνεστε, είναι αυτή μεταξύ της χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας ενός εμπορεύματος. Γιατί αυτή η αντίφαση  
είναι τόσο θεμελιώδης για τον καπιταλισμό, και γιατί χρησιμοποιείτε την στέγαση για να το τονίσετε;
-Όλα τα εμπορεύματα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι έχουν μια αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία. Αν έχω μια μπριζόλα, η αξία χρήσης είναι ότι μπορώ να την φάω, και η ανταλλακτική αξία είναι το πόσο θα έπρεπε να πληρώσω για αυτήν. Όμως η στέγαση είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση, επειδή ως αξία χρήσης μπορούμε να την αντιληφτούμε ως καταφύγιο, ως ιδιωτική ζωή, ως ένα κόσμο των συναισθηματικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, μια μεγάλη λίστα από πράγματα για τα οποία χρησιμοποιείται ένα σπίτι. Στη συνέχεια, όμως, υπάρχει το ερώτημα του «πώς μπορείτε να πάρετε το σπίτι».
Κάποτε τα σπίτια χτίζονταν από τους ίδιους τους ανθρώπους και δεν υπήρχε καθόλου ανταλλακτική αξία. Στη συνέχεια, από τον 18ο αιώνα και μετά, εμφανίστηκε το κερδοσκοπικό χτίσιμο των σπιτιών, με τις πολυκατοικίες που κατασκευάστηκαν και πωλήθηκαν αργότερα. Μετά τα σπίτια απέκτησαν ανταλλακτική αξία για τους καταναλωτές, με την μορφή της αποταμίευσης. Αν αγοράσω ένα σπίτι και έχω πληρώσει το στεγαστικό δάνειο, μπορώ να καταλήξω ιδιοκτήτης του. Έτσι έχω ένα περιουσιακό στοιχείο. Ως εκ τούτου, γίνομαι πολύ ανήσυχος για τη φύση του περιουσιακού μου στοιχείου. Αυτό δημιουργεί ενδιαφέρουσες πολιτικές: «όχι στην αυλή μου», «δεν θέλω οι μετακομίσουν δίπλα μου άνθρωποι που δεν μοιάζουν με μένα», κλπ. Έτσι, αρχίζει να υπάρχει ένας διαχωρισμός στις αγορές κατοικιών, επειδή οι ​​άνθρωποι θέλουν να προστατεύσουν την αξία των αποταμιεύσεών τους. Στη συνέχεια, περίπου πριν από τριάντα χρόνια, οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν την στέγαση ως μια μορφή κερδοσκοπίας. Μπορούσες να πάρεις ένα σπίτι για 200.000 λίρες, και μετά από ένα χρόνο το πουλούσες 250.000. Κέρδιζες 50.000 λίρες, οπότε γιατί να μην το κάνεις; Η ανταλλακτική αξία ανέβηκε. Υπήρξε κερδοσκοπική έκρηξη.
Το 2000, μετά την κατάρρευση των παγκόσμιων χρηματιστηριακών αγορών, το πλεόνασμα κεφαλαίου άρχισε να υπεισέρχεται και στην στέγαση. Είναι ένα ενδιαφέρον είδος αγοράς. Αν μπορώ να αγοράσω ένα σπίτι, τότε οι τιμές κατοικιών ανεβαίνουν, και λέω «αφού οι τιμές κατοικιών ανεβαίνουν θα πρέπει να αγοράσω ένα σπίτι». Στη συνέχεια κάποιος άλλος μπαίνει στο παιχνίδι και έτσι έχουμε μια στεγαστική φούσκα. Οι άνθρωποι σέρνονται μέσα σε αυτήν, και εκείνη σκάει. Τότε ξαφνικά πολλοί άνθρωποι διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να έχουν την αξία χρήσης των κατοικιών πια, γιατί το σύστημα ανταλλακτικής αξίας την έχει καταστρέψει. Όλο αυτό αναδεικνύει το ερώτημα «είναι καλή ιδέα να επιτραπεί η αξία χρήσης στον τομέα της στέγασης που είναι ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους;», «πρέπει να παραδοθεί σε ένα τρελό σύστημα ανταλλακτικής αξίας;».
Αυτό δεν είναι πρόβλημα που αφορά μόνο τη στέγαση, αλλά και διάφορα άλλα πράγματα, όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη κλπ. Σε πολλές περιπτώσεις έχουμε δημοσιοποιήσει την θεωρία για την δυναμική της ανταλλακτικής αξίας που θα καθόριζε και την αξία χρήσης, αλλά συχνά αυτή καταστρέφει τις αξίες χρήσης και οι άνθρωποι καταλήγουν να μην έχουν καλή υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, στέγαση, κλπ. Γι΄ αυτό νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να εξετάσουμε τη διάκριση μεταξύ της χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας.
- Μια άλλη αντίφαση που περιγράφετε είναι αυτή που αφορά τη διαδικασία μετάβασης, με την πάροδο του χρόνου, από την προσφορά που εστιάζει στην παραγωγή, προς τη ζήτηση που εστιάζει στην κατανάλωση στον καπιταλισμό. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε πώς εκδηλώθηκε αυτή στον εικοστό αιώνα και γιατί είναι τόσο σημαντική;
- Ένα από τα μεγάλα ζητήματα είναι η διατήρηση επαρκούς ζήτησης στην αγορά, έτσι ώστε να απορροφηθεί ό,τι παράγει το κεφάλαιο. Το άλλο είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες μπορεί να παράγει το κεφάλαιο επικερδώς. Αυτές οι συνθήκες επικερδούς παραγωγής, συνήθως σημαίνουν την υποβάθμιση της εργασίας. Πληρώνοντας όλο και χαμηλότερους μισθούς, το ποσοστό του κέρδους ανεβαίνει. Έτσι, από την πλευρά της παραγωγής, θέλουν να συμπιέσουν την εργασία όσο γίνεται περισσότερο. Αυτό τους δίνει υψηλά κέρδη. Στη συνέχεια, όμως, τίθεται το ερώτημα, «ποιος πρόκειται να αγοράσει το προϊόν;». Εάν η εργασία συμπιέζεται, ποια είναι η αγορά τους; Αν συμπιέσουν την εργασία πάρα πολύ, θα καταλήξουν με μια κρίση επειδή δεν θα υπάρχει αρκετή ζήτηση στην αγορά για να απορροφήσει το προϊόν.
Πολλοί ερμηνεύουν το πρόβλημα της κρίσης της δεκαετίας του 1930 ως έλλειψη της ζήτησης. Υπήρχε επομένως μια στροφή προς το κράτος για να κάνει δημόσιες επενδύσεις. Είπαν «θα αναζωογονήσουμε την οικονομία από το χρέος με χρηματοδοτούμενη» ζήτηση, και με τον τρόπο αυτό, στράφηκαν στην κεϋνσιανή θεωρία. Έτσι βγήκαν από τη δεκαετία του 1930 με μια πολύ ισχυρή ικανότητα διαχείρισης της ζήτησης, και με μεγάλη εμπλοκή του κράτους στην οικονομία. Ως αποτέλεσμα είχαν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης συνοδεύτηκαν από μια ενδυνάμωση της εργατικής τάξης, με την αύξηση των μισθών και με ισχυρότερες συνδικαλιστικές ενώσεις. Ισχυρά συνδικάτα και υψηλοί μισθοί σημαίνει ότι το ποσοστό κέρδους αρχίζει να κατεβαίνει. Το κεφάλαιο είναι σε κρίση όταν δεν συμπιέζει αρκετά την εργασία.
Στη δεκαετία του 1970 στράφηκαν προς τον Μίλτον Φρίντμαν και η Σχολή του Σικάγου κυριάρχησε στην οικονομική θεωρία. Άρχισε να δίνεται προσοχή στην προσφορά, ιδίως των μισθών. Σήμερα έχουμε μια συμπίεση των μισθών, η οποία άρχισε στη δεκαετία του 1970. Ο Ρόναλντ Ρήγκαν επιτέθηκε στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, η Μάργκαρετ Θάτσερ επιτέθηκε στους ανθρακωρύχους, ο Πινοσέτ σκότωσε τους αριστερούς, κλπ. Έχουμε μια επίθεση στην εργασία, η οποία αυξάνει το ποσοστό κέρδους. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, το ποσοστό κέρδους έχει εκτιναχτεί επειδή οι ​​μισθοί συμπιέζονται και το κεφαλαίο ευημερεί. Αλλά τότε εμφανίζεται το πρόβλημα πού θα  πουλήσουν τα προϊόντα.
Στη δεκαετία του 1990, αυτό καλύπτεται από την οικονομία του χρέους. Άρχισαν να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να δανείζονται συνέχεια, άρχισαν να δημιουργούν μια οικονομία με πιστωτική κάρτα και με υψηλά στεγαστικά δάνεια. Έτσι κάλυψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική ζήτηση. Αλλά τελικά αυτό έσκασε την περίοδο 2007-2008. Το κεφάλαιο έχει αυτό το ερώτημα: «δουλεύεις στην πλευρά της προσφοράς ή της ζήτησης;». Η άποψή μου για έναν αντικαπιταλιστικό κόσμο, είναι ότι θα πρέπει να ενοποιηθούν αυτά. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην αξία χρήσης. Τι αξίες χρήσης χρειάζονται οι άνθρωποι και πώς οργανώνουμε την παραγωγή ώστε να ταιριάζει με αυτές;
- Φαίνεται ότι είμαστε σε μια κρίση της προσφοράς, και η λιτότητα είναι μια προσπάθεια να βρεθεί μια λύση στο θέμα της προσφοράς. Πώς μπορεί να λυθεί αυτό;
- Θα πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στα συμφέροντα του καπιταλισμού στο σύνολό του και σε αυτό που είναι ειδικά προς το συμφέρον της καπιταλιστικής τάξης ή σε ένα τμήμα της. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, σε μεγάλο βαθμό η καπιταλιστική τάξη έχει πάει καλά. Μερικοί από αυτούς καταστράφηκαν, αλλά ως επί το πλείστον έχουν πάει εξαιρετικά καλά. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες των χωρών του ΟΟΣΑ, η κοινωνική ανισότητα έχει αυξηθεί σημαντικά από την έναρξη της κρίσης, πράγμα που σημαίνει ότι τα οφέλη της κρίσης ρέουν προς τις ανώτερες τάξεις. Με άλλα λόγια, δεν θέλουν να βγούμε από την κρίση, επειδή τα καταφέρνουν πολύ καλά μέσα σε αυτήν. Ο πληθυσμός στο σύνολό του πάσχει, ο καπιταλισμός στο σύνολό του δεν είναι υγιής, αλλά η καπιταλιστική τάξη -ιδίως μια ολιγαρχία μέσα σε αυτήν- έχει εξαιρετικά οφέλη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, όπου για να προωθήσουν τα ταξικά τους συμφέροντα οι επιμέρους καπιταλιστές μπορούν πραγματικά να κάνουν πράγματα τα οποία είναι πολύ επιζήμια για το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Νομίζω ότι είμαστε σε αυτό το είδος της κατάστασης αυτή τη στιγμή.
- Έχετε πει πολλές φορές ότι ένα από τα πράγματα που πρέπει να κάνουμε στην αριστερά είναι να ορίσουμε την εικόνα του κόσμου μετά τον καπιταλισμό, αρχίζοντας με το ερώτημα τι είναι ένας μετακαπιταλιστικός κόσμος. Γιατί είναι τόσο σημαντικό; Και, κατά την άποψή σας, πώς θα είναι ο μετακαπιταλιστικός κόσμος;
- Είναι σημαντικό, επειδή μας έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου για μεγάλο χρονικό διάστημα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να κάνουμε είναι να σκεφτούμε την εναλλακτική λύση, προκειμένου να κινηθούμε προς τη δημιουργία της. Η αριστερά έχει γίνει τόσο συνένοχη με τον νεοφιλελευθερισμό, που συχνά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τα πολιτικά κόμματα της από τα δεξιά, εκτός από τα εθνικά ή κοινωνικά ζητήματα. Στην πολιτική οικονομία δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Πρέπει να βρούμε μια εναλλακτική πολιτική οικονομία απέναντι στο πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Γι΄ αυτό και οι αντιφάσεις του καπιταλισμού είναι ενδιαφέρουσες.
Θα εξετάσουμε κάθε μια από αυτές, όπως, για παράδειγμα, την αντίφαση ανάμεσα στις αξίες χρήσης και ανταλλαγής, και θα πούμε «ο εναλλακτικός κόσμος θα είναι ένας κόσμος όπου θα έχουμε αξίες χρήσης». Έτσι, έχουμε επικεντρωθεί στις αξίες χρήσης και προσπαθούμε να μειώσουμε τον ρόλο των ανταλλακτικών τιμών. Ή στο θέμα του νομίσματος, χρειαζόμαστε χρήματα για να κυκλοφορούν τα προϊόντα, δεν μπαίνει ερώτημα σε αυτό. Αλλά το πρόβλημα με το χρήμα είναι ότι μπορεί να πιστωθεί από ιδιώτες. Γίνεται μια μορφή της προσωπικής δύναμης/εξουσίας, και στη συνέχεια μια φετιχιστική επιθυμία. Οι άνθρωποι κινούν τις ζωές τους γύρω από την αναζήτηση για χρήματα. Άρα, πρέπει να αλλάξουμε το νομισματικό σύστημα. Είτε με την φορολογία του κέρδους είτε με ένα νέο νομισματικό σύστημα. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να ξεπεραστεί η ιδιωτική ιδιοκτησία και να καταλήξουμε σε ένα κοινό καθεστώς ιδιοκτησίας. Και σε μια δεδομένη στιγμή θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα βασικό εισόδημα για τους ανθρώπους, γιατί αν έχουμε μια μορφή χρήματος που είναι αντιαποταμιευτική, θα πρέπει να δοθούν εγγυήσεις στους ανθρώπους. Θα πρέπει να πούμε, «δεν χρειάζεται να αποταμιεύετε για μια δύσκολη ημέρα, επειδή πάντα θα έχετε αυτό το βασικό εισόδημα ό,τι και αν συμβεί». Πρέπει να δώσουμε στους ανθρώπους την ασφάλεια με αυτόν τον τρόπο, και όχι ιδιωτικά, με την προσωπική αποταμίευση.
Με την αλλαγή σε κάθε ένα από αυτά τα αντιφατικά πράγματα καταλήγουμε σε ένα διαφορετικό είδος κοινωνίας, η οποία είναι πολύ πιο λογική από αυτήν που έχουμε. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι παράγουμε πράγματα και στη συνέχεια προσπαθούμε να πείσουμε τους καταναλωτές να καταναλώνουν ό,τι παράγεται, είτε το θέλουν πραγματικά είτε όχι. Θα πρέπει να ανακαλύψουμε ποιες είναι οι βασικές επιθυμίες των ανθρώπων, και στην συνέχεια να κινητοποιήσουμε το σύστημα παραγωγής για να τις ικανοποιήσει. Με την εξάλειψη της δυναμικής της ανταλλακτικής αξίας, μπορούμε να αναδιοργανώσουμε το σύνολο του συστήματος σε ένα διαφορετικό τρόπο. Έτσι, μπορούμε να ορίσουμε την κατεύθυνση μιας σοσιαλιστικής εναλλακτικής λύσης, που θα σπάσει την κυρίαρχη μορφή συσσώρευσης του κεφαλαίου που κινεί τα πάντα σήμερα.

Μετάφραση: Δημήτρης Γκιβίσης, στο Red Notebook

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Εδώ υπήρχε η Κάνδανος





Γιατί κανένας δεν πρέπει να ξεχνά το παρελθόν του.
Όπως και να κλείνει τα μάτια του στο σήμερα.