Armagideon Time - The Clash - London 1979

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ο Μάνος Χατζιδάκις για το Ρεμπέτικο...

Αποτέλεσμα εικόνας για μανος χατζηδακις για το ρεμπετικο
Η διάλεξη του Μάνου Χατζηδάκι για το ρεμπέτικο τραγούδι δόθηκε στις 31-1-1949 στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν.

...Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’ όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούργια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω απόψε να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως, κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω και να βλέπω την αξία του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης.
    Τώρα, αν τούτη η πανηγυριώτικη ομιλία για το ρεμπέτικο, γινόταν πριν δυο χρόνια, ίσως να ΄χε κάπως διαφορετικό χαρακτήρα, δηλαδή να ΄ταν, πιο μεροληπτική –μπορούμε να πούμε – και συγχρόνως πιο ενθουσιαστική για το θησαυρό που κλείνουν οι ρυθμοί του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να ξεφύγουμε από τη γοητεία του γυαλένιου ήχου ενός μπουζουκιού για να κοιτάξουμε το θέμα μας στη ρίζα του κι ακόμη να μείνουμε όσο χρειάζεται ψυχροί κι αντικειμενικοί για μια τέτοια δουλειά. Αυτό -θα πείτε- μπορεί να γίνει σήμερα; Είναι κάτι που δεν μπορώ να προεξοφλήσω με βεβαιότητα. Όσο νά ΄ναι όμως, η μεγάλη διάδοση που πήρε τα δύο τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο, μας αφήνει περιθώριο για μια τέτοια, επικίνδυνα πρώιμη, ομολογώ εργασία. 
    Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο - πολύ σ΄ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους. (Εδώ πέρα βέβαια παίρνω σαν δεδομένο την ποιοτική του αξία). Και στον τόπο μας καθώς κι έξω, όλα περνούν απ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζουμε μόδα. Μήπως απέφυγε κάτι τέτοιο το δημοτικό μας τραγούδι πριν 50 χρόνια, σαν φούντωνε το κίνημα των δημοτικιστών; Κι ακόμη πριν δύο χρόνια, το ίδιο δεν είχε συμβεί με τις λαϊκές εικαστικές τέχνες, όπου ο Θεόφιλος και ο Παναγής Ζωγράφος προβάλλονται στο ίδιο πλάνο με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα;
    Ποιος μπορεί να σταματήσει μια τέτοια κατάσταση, κι ακόμη ποιος μπορεί να μην παραδεχτεί ίσως την αναγκαιότητα αυτήν της περιόδου μόδας -ας την πούμε- ωσότου τα πράγματα κατασταλάξουν κι έλθουν στη φυσική τους θέση; Το ίδιο πρέπει -νομίζω- να περιμένουμε και με τα ρεμπέτικα. Γιατί θά ΄ναι κάπως ανόητο αν νομίσουμε, ότι ο χασάπικος μπορεί ή πάει ν΄αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι πολύ, περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες - άσχετα αν αυτός ο χαρακτήρας επιβάλλεται κι επικρατεί στις λαϊκές τάξεις. Ύστερα για μας θά ΄ναι μεγάλο ψέμα αν ισχυρισθούμε ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούμε μ’ αυτούς τους τόσο γυμνούς κι απέριττους ρυθμούς. Κάτι τέτοιο μόνο για αυτούς, που με κρασί ή με άλλα μέσα, στέλνουν στο διάβολο - που λεν- κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση, έστω και για μια ώρα. 
    Παρατηρώντας όμως μια ιδιότητα αυτών των ρυθμών, ήδη δημιουργείται μέσα μας ένας θαυμασμός για τη δύναμη που περιέχουν και που μας κινεί το ενδιαφέρον να γνωρίσουμε από κοντά τούτη τη δύναμη που από ΄δω και πέρα λες και σαν μαγεία μας φέρνει σ΄ άμεση επαφή με το μελωδικό της στοιχείο. Αυτά όμως όλα κουράζουν σαν δεν τα δεις έξω απ' την καθημερινότητά τους. Κάθε απόπειρα που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. 
    Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν; (Δικαιολογημένα τώρα ίσως να σας γεννηθεί απορία για τη σχέση που μπορεί να έχει το ρεμπέτικο με τον Μπετόβεν Παρ΄ όλο που και αργότερα θα επανέλθω σε παρόμοιους παραλληλισμούς σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση).
    Λοιπόν δεν νομίζω, πως ο σνομπισμός αυτός γύρω από το ρεμπέτικο τραγούδι είναι δυνατό να μας σταθεί εμπόδιο, για να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν΄αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας και σε τέτοιο σημείο δικά μας, που δεν έχoμε νομίζω σήμερα τίποτ΄ άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο.
    Μα πριν μπούμε σ' ένα αναλυτικότερο κοίταγμα του είδους αυτών των τραγουδιών, ας επιστρέψουμε για χατίρι μου σε μια κοντινή μα περασμένη πια εποχή και να δούμε μαζί εξελικτικά όλη την ποιητική ατμόσφαιρα, που συνθέτουν και δημιουργούν τα ρεμπέτικα, μέσα στην αυστηρή και δικιά τους περιοχή.
    Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ' ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι.
    Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος.
    Περνούν μερικά χρόνια, πού η πυκνότητα της έντασης που περιείχαν τα έκαμε απέραντα. Πολλά συνέβησαν και συμβαίνουν στο μεταξύ. Έρχεται η απελευθέρωση και τινάζομε από πάνω μας τους Γερμανούς με την κατοχή τους. Παράλληλα η γενιά μου μεγαλώνει κατά πολλά χρόνια, έχοντας ξωπίσω της μια πολύ ισχυρή δοκιμασία. Και το ρεμπέτικο, αφού παίζει με πολύ και πηγαίο χιούμορ, σε ορισμένα διαλείμματα, γύρω από δραματικές περιπτώσεις μπαίνει με μεγαλύτερο άγχος μες στα βασικά και μεγάλα του θέματα: του έρωτα και της φυγής. Ένας ανικανοποίητος έρωτας που ξεκινάει από την πιο κυνική στάση και φτάνει με μια πρωτόγονη ένταση μέχρι τα πλατιά χριστιανικά όρια της αγάπης και μια φυγή που επιβάλλεται νοσηρά - θά ΄λεγα- από αδυναμία, μια που οι συνθήκες παραμένουν το ίδιο σκληρές σα μέταλλο στον άνθρωπο που κινάει για ν΄ αγαπήσει μ’ όλη του τη δύναμη κι όσο μπορεί περισσότερο.
    Αυτή παραμένει βασικά η θεματολογία του ρεμπέτικου μέχρι τα σήμερα. Κι όσο αφελείς κι αν μας φαίνονται οι καταστάσεις αυτές καθ΄ εαυτές, δεν μπορούμε να αρνηθούμε στους εαυτούς μας τουλάχιστον, πως ο νοσηρός ερωτισμός που σκορπίζεται απ΄ τους ήχους ενός μακρόσυρτου ζεϊμπέκικου, δεν κυκλοφορεί κι ανάμεσά μας έστω και με διάφορα πολύπλοκα σχήματα, έστω ακόμα κι αν ξεκινάει από χίλιες διάφορες αιτίες. 
    Κι ερχόμαστε σε μια από τις πιο βασικές κατηγορίες που προβάλλουν «οι υγιείς ηθικολόγοι» για το ρεμπέτικο. «Είναι αρρωστημένο» λεν μ’ αυστηρότητα, «ενώ το δημοτικό τραγούδι, γεμάτο υγεία και λεβεντιά» και κινούν το κεφάλι με σημασία, ενώ είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει. Είναι σαν να βγουν και να πουν ότι δεν τους αρέσει ο Σαίξπηρ -για παράδειγμα- ή κάτι παρόμοιο. Ανέχονται το δημοτικό όχι όμως και το ρεμπέτικο. Το τελευταίο είναι κάτι που κυκλοφορεί ανάμεσά τους και μπορούν να το πετάξουν -έτσι φαντάζονται- επειδή δεν έχει κρεμαστεί ακόμη με χρυσές κορνίζες. Ίσως ξεχνάν ότι τα χρόνια μας δεν έχουν τίποτε κοινό με τα χρόνια της κλεφτουριάς, άσχετα αν οι ηρωικές πράξεις του στρατού μας τοποθετούνται δίκαια από την ιστορία πλάι στους Καραϊσκάκηδες και τους Κολοκοτρωναίους. Οι κύριοι αυτοί αγνοούν την εποχή μας καθώς και το ότι ένα λαϊκό τραγούδι καθρεφτίζει με μοναδική ένταση όχι μόνο μια τάξη ή μια κατηγορία ανθρώπων μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής σε μια φυλή, σ' ένα έθνος μαζί με τις διαμορφωμένες τοπικές συνθήκες. 
    Η εποχή μας δεν είναι ούτε ηρωική ούτε επική και το τελείωμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Τα μετέωρα αυτά προβλήματα δημιουργούν περιφερόμενα ερωτηματικά, που δεν περιορίζονται φυσικά μόνο στον τομέα της πολιτικής και της κοινωνιολογίας, μα εξαπλώνονται με την ίδια δύναμη και στη φιλοσοφία και την τέχνη, ακόμη και στην πιο καθημερινή στιγμή τ΄ ανθρώπου. Ο τόπος μας επιπλέον εξακολουθεί, σχεδόν δίχως διακοπή, ένα πόλεμο με επιμονή και με πίστη για την τελική νίκη, μα πάντα και ιδιαίτερα σήμερα, κοπιαστικό και οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας. Παρθενική, γιατί τα εκατό χρόνια μόνον ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα. 
    Φανταστείτε λοιπόν αυτή τη στοιβαγμένη ζωτικότητα και ωραιότητα συνάμα ενός λαού σαν του δικού μας, να ζητά διέξοδο, έκφραση, επαφή με τον έξω κόσμο και να αντιμετωπίζει όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω σαν κύρια γνωρίσματα της εποχής, κι ακόμη τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες του τόπου μας. Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ΄δω πηγάζει η θεματολογία του.
    Eπαναλαμβάνω - ένας ανικανοποίητος μα έντονος ερωτισμός που ακριβώς η ένταση του αυτή του προσδίδει έναν πανανθρώπινο χαρακτήρα και μια επιτακτική διάθεση φυγής από την πραγματικότητα με οιονδήποτε τεχνικόν μέσον, όπως είναι το χασίσι και τ΄ άλλα ναρκωτικά, που η χρησιμοποίησή του δείχνει την παθητικότητα της τάξης που το μεταχειρίζεται.
    Καταλαβαίνετε βέβαια τώρα πως το αρρωστημένο στοιχείο του σημερινού μας λαϊκού τραγουδιού, δεν έχει σαν αιτία ένα υπερβολικό ωρίμασμα ζωής - καθώς η μεσοπολεμική ντεκαντέντσα με κέντρο τη Γαλλία -και γι ΄αυτό δεν αποτελεί κάτι το σάπιο, μα προέρχεται καθαρά από μια στοιβαγμένη ζωική δύναμη που ασφυκτιά δίχως διέξοδο, δίχως επαφή, από μιαν υπερβολική υγεία- θά λεγε κανείς. Πάντως το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι μια παρακμή. Σημαντική όμως η διαφορά ανάμεσά τους. Η μια κινά απ’ τη ζωή, η άλλη από το θάνατο. Το να θέλει λοιπόν κανείς ν΄ αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια.
    Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Όσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς λες και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπικήν της κατάσταση;» 
    Το ερώτημα τούτο ασφαλώς σε πολλούς θα γεννηθεί, αν και προηγουμένως μίλησα όσο μπορούσα σαφέστερα, για την άμεση σχέση του ρεμπέτικου με το πλατύ μάλιστα σήμερα, και του τόπου και της εποχής μας. Aυτόματα επίσης καταρρέει και το επιχείρημα, ότι αποτελεί έκφραση προσωπικών καταστάσεων. Μένει λοιπόν να εξετάσουμε το ελληνικόν του είδος. Αν και κατά πόσον συνδέεται με τη λαϊκή μας παράδοση και ποια είναι τα στοιχεία που αντλεί απ΄ αυτήν. Για να προχωρήσουμε και να μπορέσουμε να δούμε μαζί ό,τι συνδετικό στοιχείο υπάρχει, θα το εξετάσουμε από δυο ξεχωριστές πλευρές, πρώτα από τη μορφική του πλευρά κι ύστερα απ΄ το ύφος του. Το ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα, να συνδυάζει το λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Απ΄ τη σύνθεση μέχρι την εκτέλεση, μ’ ένστικτο δημιoυργούνται οι προϋποθέσεις για την τριπλή αυτή εκφραστική συνύπαρξη, που ορισμένες φορές σαν φτάνει τα όρια της τελειότητας θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία. Ο συνθέτης της μουσικής είναι συγχρόνως και ο ποιητής καθώς και ο εκτελεστής. Βασικά του όργανα είναι τα μπουζούκια -μεγάλο μαντολίνο τουρκικής μάλλον προελεύσεως- κι ο μπαγλαμάς -παραλλαγή της κρητικής λύρας και της συγγενικής νησιώτικης, πιο μικροσκοπικής απ΄ αυτήν και κρουστές με πέννα. Η σύνθεση του τραγουδιού βασίζεται βέβαια πάνω στη χορευτική κίνηση, με τρεις χαρακτηριστικούς ρυθμούς, τον ζεϊμπέκικο, τον χασάπικο και τον σέρβικο (ο τελευταίος έχει ολιγότερη χρήση).
    Ο ζεϊμπέκικος σε ρυθμό 9/8 είναι ο βασικότερος ρυθμός της ρεμπέτικης μουσικής. Προήλθε ασφαλώς απ΄ τα χορευτικά 9/8 των Κυκλάδων και του Πόντου, πού εδώ όμως έχει χάσει ολότελα τη ρυθμική του αγωγή κι έχει γίνει αργός, βαρύς, μακρόσυρτος και περιεκτικότερος. Χορεύεται από έναν μόνο χορευτή και επιδέχεται αφάνταστη ποικιλία αυτοσχεδιασμού με μόνο δεδομένο την αίσθηση του ρυθμού. Ο καλός χορευτής στο ζεϊμπέκικο θα ΄ναι εκείνος που θα διαθέτει τη μεγαλύτερη φαντασία και την κατάλληλη πλαστικότητα ώστε να μην αφήσει ούτε μια νότα μπουζουκιού που να μην τη δώσει με μια αντίστοιχη κίνηση του σώματός του. Σα χορός είναι ο δυσκoλότερoς και ο δραματικότερος σε περιεχόμενο. 
    Ο χασάπικος βασίζεται πάνω στο ρυθμό 4/4 κι ο τρόπος που χορεύεται -δυο χορευτές συνήθως, αλλά και τρεις και τέσσερις πολλές φορές- έρχεται σα μια προέκταση του δημοτικού χορευτικού τρόπου, με μια κάποια ευρωπαϊκή επίδραση. Δεν ξέρω γιατί, μα πολλές φορές μου θυμίζει -πολύ μακριά όμως- τη γαλλική java! 
    Ο σέρβικος που κι η ονομασία του δείχνει την προέλευσή του, είναι ένας γρήγορος ρυθμός και παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρoν κι αυτό απ’ τη μεριά της δεξιοτεχνίας και μόνο των εκτελεστών και του χορευτή. Χρησιμοποιείται πάρα πολύ λίγο, παραμένει μ’ ένα ματαιόδοξο περιεχόμενo να φαντάξει, μια που ικανοποιεί μόνoν το επιδεικτικό μέρoς των ποδιών κάποιου χορευτή.  Ο ζεϊμπέκικος είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μιά καθαρή ελληνική ιδιομορφία. 
    Πάνω σ' αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μ’ ακόμη, παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, πού δεν είναι άλλη απ΄ την αυστηρή κι απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία. 
    Όχι πως το δημοτικό τραγούδι δεν έχει κι αυτό στοιχεία διοχετευμένα στο ρεμπέτικο. Μα πολύ λιγότερα. H παρουσία του είναι έντονη, ιδιαίτερα στο ελαφρότερο είδος που περισσότερο το χαρακτηρίζει μια χάρη και μια νησιώτικη ελαφράδα. Παράδειγμα φέρνω, αν θυμάστε, κάπως παλιότερα το «Πάρτη βάρκα στο λιμάνι , κάτω στο Πασαλιμάνι» καθώς και το γνωστότατο «Ανδρέα Zέππo». Και τα δυο έχουν πολύ έντονα πάνω τους τη σφραγίδα του δημοτικού μας τραγουδιού.
    Μα για να εξηγήσουμε τη βασική αυτή προέκταση του βυζαντινoύ μέλους στο ρεμπέτικο, αρκεί να δούμε πόσο κοινή ατμόσφαιρα δημιουργούσε η παρακμή του Βυζαντίου με τη δικιά μας σήμερα. Ατμόσφαιρα το ίδιο καταπιεστική, το ίδιο ασαφής, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα προερχόταν από ένα λαθεμένο ξόδεμα θρησκευτικού συναισθήματος. Έτσι τα εκφραστικά στοιχεία του ετoιμόρρoπoυ Βυζαντίου με την άμεση παθητικότητά τους βρίσκουν οικεία ατμόσφαιρα μες στο ρεμπέτικο -το σύγχρονο λαϊκό μέλος- για ν’ αναπτυχθούν και να συνθέσουν τη σημερινή εκφραστική μορφή μιας το ίδιο έντονης παθητικότητας.
Το δημοτικό τραγούδι και τα υγιή του εκφραστικά στοιχεία έχουν τη θέση μόνον μιας πιο άμεσης κληρονομιάς. Για τα 80% της ρεμπέτικης μουσικής, τίποτες παραπάνω.
    Εξετάζοντας τώρα το ύφος του τραγουδιού βρίσκομε ευθύς εξ΄ αρχής το βασικό εκείνο χαρακτήρα του συγκρατημένoυ, που μόνο επειδή είναι γνήσια ελληνικό, μπορεί και το κρατεί με τόση συνέπεια. Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατιά έννοια. Όλα δίνονται λιτά, απέριττα με μια εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει.
    Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που, προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενo;
    Ποια από τις καλές τέχνες στον τόπο μας σήμερα μπορεί να περηφανευτεί ότι κράτησε τη βασική αυτή ελληνικότητα -τη μοναδική άξια κληρoνoμιά που έχουμε πραγματικά στα χέρια μας- για τη σύνθεσή της. Ποιά μουσική μας μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι βρίσκεται πέρα απ΄ το βυζαντινό μέλος, πέρα απ΄ το δημοτικό τραγούδι και στη χειρότερη περίπτωση πέρ’ απ΄τις σπασμένες αρχαίες κολώνες του Παρθενώνος και του Ερεχθείου, ότι βρίσκεται εκεί που όλα αυτά βρεθήκανε στην εποχή τους; Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό.
    Eπιτρέψατέ μου τώρα να σάς παρουσιάσω δυό από τους πιο γνήσιους και πιο δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης έλληνικης λαϊκής μουσικής, τον Μάρκο Bαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου με το συγκρότημά της. (Είσοδος)
    Οι λαμπροί αυτοί μουσικοί στο είδος τους προσεφέρθηκαν ευγενώς να παίξουν απόψε πέντε χαρακτηριστικά ρεμπέτικα τραγούδια για να μπορέσουμε έτσι να πάρουμε μια συγκεκριμένη ιδέα όλων αυτών που είπαμε πιο πάνω. Θ’ αρχίσουν μ’ ένα τραγούδι που έχει συνθέσει ο Μάρκος Bαμβακάρης πάνω στο ρυθμό του χασάπικου και με τον τίτλο «Φραγκοσυριανή κυρά μου» (τραγούδι).
    Το δεύτερο τραγούδι που θα ακούσετε είναι πάλι σύνθεση του Μάρκου Βαμβακάρη σε ρυθμό ζεϊμπέκικου «Εγώ είμαι το θύμα σου» (τραγούδι).
    Το τρίτο είναι σύνθεση της Σωτηρίας Μπέλλου (ζεϊμπέκικo) «Σταμάτησε μανούλα μου να δέρνεσαι για μένα». Από τα πιο χαρακτηριστικά στο είδος του. (τραγούδι)
    Το τέταρτο, σύνθεση Tσιτσάνη, σε ρυθμό χασάπικου «Πάμε τσάρκα στο Μπαξέ τσιφλίκι».
    Με την ευκαιρία τώρα που θ΄ ακούσουμε το γνωστότατο «Άνοιξε - άνοιξε» του Παπαϊωάννου θα ΄θελα να ΄λεγα λίγα λόγια για τη σημασία του και το σταθμό που φέρνει στη ρεμπέτικη φιλολογία του τραγουδιού, ζητώντας βέβαια πρώτα συγγνώμη απ΄ τους αγαπητούς μουσικούς για τη μικρή αυτή παρεμβολή.
    Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή, κουράστηκα  να σ’ αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς.
    Πριν δυο χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι / το σκοτάδι είναι βαθύ / κι όμως ένα παλικάρι / δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε». Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή (τραγούδι).
    Θα μπορούσα ακόμα να μιλήσω για τις ταβέρνες και το κέντρον διασκεδάσεως «Ο Μάριος» καθώς και για τον «Παναγάκη» κοντά στον Αϊ-Παντελεήμονα, όπου κάθε βράδυ ο Bαμβακάρης και η Μπέλλου λειτουργούν πάνω στην τέχνη τους. Θα μπορούσα να μιλήσω και για βροχερές νύχτες όπου με λάμπες του πετρόλαδου φωτίζονταν οι σκιές ενός πλήθους που όλοι μαζί τραγουδούσαν ήρεμα, λες και πιστεύανε στην αιωνιότητα. Ακόμη θα μιλoύσα για το χορό του κομπολογιού όπου ένα παλικάρι μ΄ ένα γαρύφαλo στο στόμα γίνεται ένα μικρό κουβάρι γύρω απ΄ το κεχριμπαρένιο λαμπρό κομπολόι - θα μπορούσα να ΄λεγα τόσα πολλά που να μην έφταναν ώρες ολάκερες να μιλάω λες κι είμαι μoναχός μου. Μα όλα αυτά είναι μια γοητεία.
    Ακούσατε με τι ψυχρότητα και αυστηρότητα ειπώθηκαν αυτά τα πέντε τραγούδια. Ο ρυθμός δεν ξέφυγε ούτε πιθαμή για να τονίσει κάτι πιο έντονα, οι φωνές ίσιες, μονοκόμματες λες και τα λόγια δεν είχαν συγκίνηση. Έτσι είναι. Τίποτες που να σε προκαλέσει να τα προσέξεις, να τα ξεχωρίσεις. Πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους. Αλλιώς τα χάνεις γιατί αυτά δεν σε περιμένουν. Έτσι κι εμείς. Κάποτες θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα το δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα νωχελικά  κι απαισιόδοξα 9/8 για το μέλλον. Όμως εμείς θα ’χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους.
    Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνoυν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό μας και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν το βαθύτερο εαυτό μας...

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

“Θέλετε να γίνουμε Κούβα;”…

Αποτέλεσμα εικόνας για κουβα επανασταση
Την 1η Γενάρη συμπληρώθηκαν 57 χρόνια από την επικράτηση τηςΕπανάστασης στην Κούβα. Ήταν Πρωτοχρονιά του 1959 όταν οι δυνάμεις των επαναστατών μπαίνουν θριαμβευτικά στην Αβάνα με επικεφαλής τον Τσε Γκεβάρα.
    Λίγες μέρες αργότερα, στις 8 του μήνα, φτάνει στην Αβάνα και ο Φιντέλ Κάστρο. Ο Κάστρο δηλώνει:
«Ζούμε μια αποφασιστική στιγμή της ιστορίας μας. Η τυραννία έπεσε. Απέραντη είναι η λαϊκή χαρά. Έχουμε όμως ακόμα πολλά να κάνουμε. Δεν έχουμε την αυταπάτη να πιστεύουμε ότι από δω και μπρος όλα θα είναι εύκολα. Ισως στο μέλλον όλα θα 'ναι ακόμα πιο δύσκολα»...
    Τα λόγια του Κάστρο αποδεικνύονται προφητικά όταν δυο χρόνια αργότερα, τον Απρίλη του 1961, εκδηλώνεται η ανοιχτή επέμβαση των ΗΠΑ εναντίον της Κούβας στον Κόλπο των Χοίρων.
    Οι Κουβανοί τσακίζουν τους εισβολείς και υπό τις επευφημίες μιας τεράστιας διαδήλωσης ο Κάστρο ανακοινώνει την εθνικοποίηση όλων των Αμερικάνικων πολυεθνικών, ανακηρύσσει τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Επανάστασης και τονίζει:
«Πόσο βοήθησαν αυτά τα γεγονότα το λαό μας να διδαχθεί! Αυτά τα μαθήματα είναι πολύτιμα, είναι οδυνηρά, είναι αιματηρά, αλλά πόσα ο λαός δεν απεκόμισε ως γνώση. Οι ιμπεριαλιστές – ήταν τα λόγια του Κάστρο - δεν μπορούν να μας συγχωρέσουν που είμαστε εδώ κάτω από τη μύτη τους ή να βλέπουν να οικοδομούμε την επανάστασή μας, μία σοσιαλιστική επανάσταση, ακριβώς στο υπογάστριο των Ηνωμένων Πολιτειών»...
    Μετά το φιάσκο των ΗΠΑ στον Κόλπο των Χοίρων, ο εμπνευστής της εισβολής Αμερικανός Πρόεδρος Κένεντι θέτει σε πλήρη εφαρμογή (Φεβρουάριος 1962) το εγκληματικό οικονομικό, εμπορικού και χρηματοπιστωτικό εμπάργκο των ΗΠΑ εναντίον της Κούβας. Το εμπάργκο μέχρι το 2013  υπολογιζόταν ότι οι ζημιές που έχει προκαλέσει στην κουβανέζικη οικονομία ξεπερνούν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια.
    Το εμπάργκο διαρκεί πάνω από 50 χρόνια με ένα και μόνο στόχο: Την καταστροφή του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που έχει επιλέξει ο κουβανικός λαός ασκώντας το δικαίωμά του για αυτοδιάθεση και κυριαρχία.
    Ο χαρακτήρας του εμπάργκο είναι δολοφονικός. Φτάνει μέχρι την απαγόρευση εισαγωγής στην Κούβα ιατρικών αναλώσιμων και υλικών, φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε καρδιολογικές παθήσεις, σε ειδική διατροφή με θρεπτικές ουσίες για τα πρόωρα νεογέννητα βρέφη, σε σκευάσματα για τη θεραπεία παιδιών που έχουν υποστεί σοβαρά εγκαύματα, σε φάρμακα για το Αλτσχάιμερ, σε τρόφιμα, σε υλικοτεχική υποδομή για την Παιδείακαι φυσικά εξαπλώθηκε σε όλους τομείς της οικονομίας, από την κατασκευαστική βιομηχανία και το εμπόριο μέχρι τις διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές της Κούβας.
    Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του εμπάργκο είναι πρόδηλος. Οι ΗΠΑ – και επί προεδρίας Ομπάμα – συνέχιζαν να εφαρμόζουν τους «νόμοι Τοριτσέλι και Χελμς Μπάρτον» μέσω των οποίων η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει αναλάβει παράνομα το δικαίωμα να νομοθετεί εξ ονόματος άλλων χωρών σε ό,τι αφορά τις σχέσεις τους με την Κούβα! Στο πλαίσιο αυτών των νόμων οποιοδήποτε εμπορικό πλοίο από οποιαδήποτε χώρα αράξει σε κουβανικό λιμάνι, οποιαδήποτε εταιρεία ή τράπεζα άλλης χώρας έρθει σε συναλλαγή με την Κούβα, υφίσταται τον αποκλεισμό ή την επιβολή προστίμων από τις ΗΠΑ!
    Πώς, όμως, λειτούργησε αυτή η πολιτική στη συνείδηση του ίδιου του Αμερικάνικου λαού; Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διεξήχθη το Φλεβάρη του 2012 από την «Angus Reid Public Opinion» το 62% των Αμερικανών τάσσονταν υπέρ της ανασύστασης διπλωματικών σχέσεων με την Κούβα, το 57% τάσσετο υπέρ της άρσης των ταξιδιωτικών περιορισμών και το 51% αντιτίθετο στον αποκλεισμό.
    Πώς λειτούργησε αυτό το εμπάργκο στη συνείδηση όλων των λαών του κόσμου; Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, για 20 και πλέον φορές έχει υπερψηφιστεί το σχέδιο ψηφίσματος της Κούβας για την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού του νησιού. Συνολικά 187 χώρες ψηφίζουν συνεχώς υπέρ της πρότασης της Κούβας, και δυο – τρεις εναντίον: Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και τα Νησιά Μάρσαλ…
    Η διαρκής επίθεση κατά της Κούβας δεν ήταν μόνο οικονομική. Τα σαμποτάζ, οι προβοκάτσιες και οι «κρυφές» επεμβάσεις εναντίον της Κούβας όλα αυτά τα χρόνια έχουν επιφέρει το θάνατο σε πάνω από 3.000 Κουβανούς.
    Το χρήμα για αντικουβανική προπαγάνδα ρέει άφθονο: Μόνο τη δεκαετία 1997 – 2007 οι ΗΠΑ διέθεσαν στον ραδιοτηλεοπτικό τους πόλεμο ενάντια στην Κούβα πάνω από 257 εκατομμύρια δολάρια.
    Όσο για τις προσπάθειες όλα αυτά τα χρόνια εξόντωσης του Φιντέλ Κάστρο(υπολογίζονται σε πάνω από 600 οι απόπειρες δολοφονίας του!) κατάντησαν ανέκδοτο, σε σημείο που ο ίδιος ο Φιντέλ πριν μερικά χρόνια δήλωσε: Οι Αμερικάνοι με έχουν «σκοτώσει» τόσες φορές που όταν κάποια στιγμή πεθάνω δεν θα το πιστεύουν ούτε οι ίδιοι!
    Ας δούμε συμπυκνωμένα τα αίτια της έχθρας των Αμερικανών ενάντια στην Κούβα; Τα περιγράφει ο Κάστρο στην εισήγησή του στο 1ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας:
  • «Ένα από τα πρώτα μέτρα της Επανάστασης υπήρξε η παραδειγματική τιμωρία των βασικών ενόχων για τα εγκλήματα που έγιναν από τη δικτατορία του Μπατίστα».
  • «Δημεύτηκαν χωρίς καθυστέρηση όλα τα παράνομα αποκτημένα υλικά αγαθά που βρίσκονταν στα χέρια των αξιωματούχων του αιματοβαμμένου καθεστώτος».
  • «Ο παλιός στρατός που είχε καταπιέσει σκληρά το λαό, διαλύθηκε και οι αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις ένοπλες δυνάμεις, μεταβιβάστηκαν στον ένδοξο Επαναστατικό Στρατό, που, όπως έλεγε ο Καμίλιο Σιενφουέγκος: "Ηταν ο λαός, ντυμένος τ' αμπέχονο"».
  • «Η δημόσια διοίκηση ξεκαθαρίστηκε από τα στοιχεία που είχαν συνεργαστεί με την τυραννία».
  • «Η διεφθαρμένη και πουλημένη ηγεσία των συνδικάτων απομακρύνθηκε και τα δικαιώματα των εργαζομένων αποκαταστάθηκαν».
  • «Οι εργάτες που είχαν απολυθεί από τις επιχειρήσεις στην περίοδο της δικτατορίας γύρισαν στις εργασίες τους. Σταμάτησε αμέσως το διώξιμο αγροτών από τη γη».
  • «Στις 3 Μάρτη 1959 η Κουβανική Εταιρεία Τηλεφώνων – αμερικάνικο μονοπώλιο - που είχε αναμειχθεί στις βρώμικες υποθέσεις της τυραννίας σε βάρος των συμφερόντων του λαού, μπήκε κάτω από κρατικό έλεγχο».
  • «Στις 6 Μάρτη ψηφίστηκε νόμος που μείωσε κατά 50% τα υψηλά ενοίκια που πλήρωνε ο λαός, μέτρο που ξεσήκωσε μεγάλο ενθουσιασμό στον πληθυσμό των πόλεων και δημιούργησε πραγματική αναταραχή στους αστικούς κύκλους».
  • «Στις 21 Απρίλη όλες οι πλαζ της χώρας κηρύχτηκαν ελεύθερες για τη χρήση του λαού και καταργήθηκαν έτσι τα προνόμια και οι μισητές διακρίσεις που είχε επιβάλει η αστική τάξη σε πολλούς από αυτούς τους τόπους αναψυχής».
  • «Στις 17 Μάη ψηφίστηκε η πρώτη Αγροτική Μεταρρύθμιση. Αυτό το αποφασιστικό, αναγκαίο και δίκαιο μέτρο, μας έβαλε άμεσα αντιμέτωπους όχι μόνο με την ντόπια ολιγαρχία, αλλά και με τον ιμπεριαλισμό, γιατί πολλές αμερικάνικες επιχειρήσεις είχαν στην ιδιοκτησία τους πελώριες εκτάσεις με τα πιο γόνιμα εδάφη της χώρας, κυρίως φυτεμένες με ζαχαροκάλαμο».
  • «Στις 20 Αυγούστου 1959 μειώθηκε η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και μπήκε έτσι τέρμα στην ασυδοσία ενός αλλού τεράστιου αμερικανικού μονοπωλίου».
  • «… η επανάσταση από τις πρώτες κιόλας μέρες καταπιάστηκε με τη φοβερή μάστιγα της ανεργίας κι έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στον αγώνα για βελτίωση των αθλίων συνθηκών που επικρατούσαν, στην Παιδεία και στη λαϊκή Υγεία. Χιλιάδες δάσκαλοι στάλθηκαν στην ύπαιθρο, ενώ στις πιο απόμακρες γωνιές της χώρας μας άρχισαν να χτίζονται πολυάριθμα νοσοκομεία».
  • «Σε σύντομο χρονικό διάστημα άρχισε με επιτυχία το έργο της εξάλειψης των τενεκεδοσυνοικιών που τόσο πλατιά διάδοση έχουν στις μεγάλες πόλεις της Λατινικής Αμερικής».
  • «…οι ΗΠΑ σταμάτησαν τις εμπορικές τους πιστώσεις. Αυτό είχε σημαντική αρνητική επίδραση στις απαραίτητες για τη χώρα εισαγωγές. Έτσι, η Επανάσταση αναγκάστηκε να πάρει αυστηρά μέτρα οικονομίας. Αυτό όμως δεν το έκανε σε βάρος των φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού, όπως γίνεται στον καπιταλιστικό κόσμο. Σταμάτησαν οι εισαγωγές των περιττών ειδών και καθιερώθηκε ισότιμη κατανομή των βασικών προϊόντων. Αυτό ήταν ένα από τα πιο δίκαια, ριζικά και αναγκαία μέτρα που πήρε η Επανάσταση, η οποία είχε μπροστά της έναν απελπισμένο αγώνα επιβίωσης». (Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1976).
Η Κούβα τα κατάφερε! 
    Οι ΗΠΑ, είναι ευεξήγητο, είχαν κάθε λόγω να εξαπολύσουν αυτόν τον - με όλα τα μέσα - υπερπεντηκονταετή τους πόλεμο εναντίον της Κούβας.
Πριν την Επανάσταση η Κούβα ήταν η «παιδική χαρά» των ΗΠΑ.
    Ήταν ο χώρος στον οποίο έκαναν τα πάρτι τους από τις φαμίλιες της Μαφίας υπό τον Λάκι Λουτσιάνο μέχρι τις αμερικάνικες πολυεθνικές. Από την ITT και την United Fruit που ήλεγχε 110.000 στρέμματα στο νησί μέχρι την Francisco Sugar Company που ανήκε στο διευθυντή της CIA Αλεν Ντάλες και την Bethlehem Steel Corporation που εξουσίαζε το 80% του εξαγόμενου ορυκτού πλούτου της χώρας (πλήθος στοιχείων για τον ρόλο των ΗΠΑ στην Κούβα περιέχονται στο εκπληκτικό βιβλίο του Κώστα Λουλουδάκη, «Ασπρα Μαντήλια στην Plaza de Mayo», εκδόσεις ΚΨΜ).
    Αλλά η Κούβα τα κατάφερε. Και στάθηκε στα πόδια παρά την τεράστια δοκιμασία που υπέστη μετά τις εξελίξεις του 1990 με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.       
    Σήμερα, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η Κούβα έχει «ένα από τα πιο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο, όπως αυτά της Φινλανδίας, της Σιγκαπούρης, της Σαγκάης, της Δημοκρατίας της Κορέας, της Ελβετίας, της Ολλανδίας και του Καναδά».
    Η Κούβα διαθέτει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα συστήματα Παιδείας, Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας. Η Παγκόσμια Τράπεζα, αναφέρει«Η Κούβα είναι διεθνώς αναγνωρισμένη για τα επιτεύγματά της στους τομείς της εκπαίδευσης και της υγείας (...) Από την Κουβανική Επανάσταση το 1959 και μέχρι σήμερα, η χώρα έχει δημιουργήσει ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που εγγυάται την δωρεάν πρόσβαση όλων των πολιτών της στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη (...). Άλλο επίτευγμα του νησιού είναι η εξάλειψη ορισμένων ασθενειών, η προσφορά ασφαλούς νερού και διάφορα άλλα βασικά για τη δημόσια υγεία. Η Κούβα έχει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες σε ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας στην περιοχή και έναν από τους μεγαλύτερους σε προσδόκιμο ζωής» («Καθημερινή», 16/11/2014).
Πριν από την Επανάσταση
    Πριν από την Επανάσταση στην Κούβα, στο καπιταλιστικό κράτος υπό την φασιστική δεσποτεία του δικτάτορα Μπατίστα, η εικόνα ήταν η εξής:         
  • Πληθυσμός:  6,5 εκατομμύρια. Προσδόκιμο ζωής 54 χρόνια. Παιδική θνησιμότητα στο 66  τοις χιλίοις, δηλαδή 66 παιδιά στα χίλια μέχρι δώδεκα ετών.
  • Οικονομία: Το 100/% της γης ανήκε σε φεουδάρχες. Το 90/% της παραγωγής ζαχαροκάλαμου στην εταιρεία «Μπακάρντι». Το 90% της παραγωγής,φρούτων και λαχανικών στην «Γιουνάιτεντ Φρούιτ Κόμπανι».
  • Το πετρέλαιο, η ενέργεια, το ηλεκτρικό και το χρωμονικέλιο στις «ΕΣΣΟ», «ΙΤΤ», «ΕΛΚΕΥ» και Αμερικάνικες εταιρείες.
  • Τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, τα μέσα μεταφοράς και οι τράπεζες επίσης ανήκαν σε αμερικάνικες εταιρείες.
  • Οι άνεργοι πάνω από 1 εκατομμύριο, οι άστεγοι ή οι στεγασμένοι σε απάνθρωπες συνθήκες χωρίς νερό, ρεύμα και αποχέτευση ήταν το 70% του πληθυσμού, τόσο στις πόλεις όσο  και στην ύπαιθρο. Η χώρα ήταν μια τεράστια τενεκεδούπολη.
  • Οι ασθένειες, όπως φυματίωση, δάγκειος πυρετός, μηνιγγίτιδα, πολιομυελίτιδα, θέριζαν κυρίως τις μικρές ηλικίες. Πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν υπήρχε παρά μόνο σε αυτούς  που μπορούσαν να πληρώσουν.
  • Ένας μόνο εργάτης στους 10 μπορούσε να αγοράσει γάλα, μόνο το 4% μπορούσε να αγοράσει κρέας, τα 3/5 όσων εργάζονταν αμείβονταν με μισθούς 4 φορές κάτω από το κόστος διαβίωσης.
    Την εικόνα στην προεπαναστατική Κούβα είχε περιγράψει ο Φιντέλ Κάστρο στην απολογία του μετά την αποτυχημένη επίθεση των επαναστατών το 1953 στο στρατόπεδο Μονκάδα:
«Αδιανόητο είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που πεινάνε ενώ υπάρχει γη να σπείρουν. Αδιανόητο είναι ότι υπάρχουν παιδιά που πεθαίνουν χωρίς ιατρική περίθαλψη. Αδιανόητο είναι ότι το 30% των αγροτών μας δεν ξέρουν να βάλουν ούτε την υπογραφή τους και το 99% δεν ξέρουν την ιστορία της Κούβας. Αδιανόητο είναι ότι οι οικογένειες στην ύπαιθρο ζουν σε χειρότερες συνθήκες από ότι οι Ινδιάνοι που συνάντησε ο Κολόμβος (…). Το 90% των παιδιών στην ύπαιθρο υποφέρει από παράσιτα της γης που εισχωρούν από τα νύχια των ποδιών τους γιατί περιπατάνε ξυπόλυτα» (Κώστας Λουλουδάκης ο.π.)  

   Η Επανάσταση
    Μετά την Επανάσταση η καπιταλιστική και φεουδαρχική ιδιοκτησία οργανώθηκε σε συνεταιρισμούς σοσιαλιστικής βάσης. Οργανώθηκε ένας τεράστιος έρανος σε όλη τη χώρα όπου συνεισέφεραν όσοι είχαν, για την εξαφάνιση των παραγκουπόλεωνκαι το κτίσιμο νέων σύγχρονων για την εποχή πολυκατοικιών για να μην μείνει κανείς άστεγος. Έτσι εξάλειψαν μια για πάντα τις παράγκες από την  χώρα.
    Το ίδιο διάστημα επιτεύχθηκε ο στόχος για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού. Μέσα σε αντίξοες συνθήκες οι νέοι σπουδαστές, φοιτητές και δάσκαλοι δίδαξαν γραφή και ανάγνωση σε πάνω από 2.000.000 αναλφάβητους.
    Παρότι οι εξελίξεις του ’90 επέφεραν μια δεκαετία μεγάλων θυσιών για τον λαό της, σήμερα η Κούβα, σε σύγκριση με την προ Επανάστασης περίοδο έχει καταφέρει:
  • Να διπλασιάσει τον πληθυσμό της. Το προσδόκιμο ζωής έχει ανέλθει στα 78 χρόνια. Η παιδική θνησιμότητα έχε κατρακυλήσει στο 4,3 τοις χιλίοις, κάτω ακόμη και από τα όρια της ΕΕ.
  • Το 90% των αναγκών τους σε φάρμακα και εμβόλια οι Κουβανοί τα παράγουν οι ίδιοι. Παιδικές ασθένειες και ασθένειες που στοιχειώνουν ακόμη τον Τρίτο Κόσμο, έχουν εξαφανιστεί.
  • Το αγαθό της υγείας με υπερσύγχρονες υποδομές και  διαγνωστικά μηχανήματα προσφέρεται εντελώς δωρεάν στους Κουβανούς πολίτες. Η Κούβα είναι στις πρώτες θέσεις στον κόσμο στην αντιμετώπιση του καρκίνου, της καρδιολογίας, των μεταμοσχεύσεων οργάνων και της νεφρολογίας.
  • Η Παιδεία είναι  έτσι οργανωμένη σε όλες τις βαθμίδες όπου ο γονιός δεν σπαταλάει ούτε ένα σεντς για την μόρφωση των παιδιών του. Η κατώτερη και η μέση βαθμίδα είναι ολοήμερη στην Κούβα, στο σχολείο τα παιδιά θα πάρουν το πρωί το γάλα που πρέπει, το δεκατιανό τους και το μεσημεριανό τους. Στο ολοήμερο σχολείο θα ασχοληθούν με τον αθλητισμό, την μουσική τον χορό, τις ξένες γλώσσες. Η μεταφορά τους γίνεται δωρεάν με τα σχολικά λεωφορεία. Η Κούβα είναι η χώρα της Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής με τον υψηλότερο δείκτη στην Ανάπτυξη της Εκπαίδευσης (IDE).
  • Σύμφωνα με την παγκόσμια έκθεση της UNESCO «Εκπαίδευση για όλους», ο δείκτης της Κούβας ήταν 0,983, ανώτερος ακόμα και από τον αντίστοιχο των ΗΠΑ. Η έκθεση της Unesco αναγνώρισε το 2011 ότι η Κούβα κατέχει το πιο υψηλό μορφωτικό επίπεδο της Καραϊβικής και την κατατάσσει 14η στον κόσμο.
«Πατρίδα ή θάνατος»!
    Η σοσιαλιστική Κούβα, στα 57 χρόνια της ύπαρξής της, χωρίς ποτέ να κάνει έκπτωση στο διεθνιστικό της χρέος, πορεύτηκε και κέρδισε τη ζωή κάτω από το σύνθημα «Πατρίδα ή θάνατος» («Patria o muerte»). Έδωσε κάτω από ανείπωτες συνθήκες τη μάχη για το συνολικό όφελος και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής σε όλους τους τομείς και για κάθε Κουβανό πολίτη. Και την κέρδισε!
    Στα εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο που δεν ξέρουν γράμματα, στα εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο που δεν έχουν εκπαίδευση ή υφίστανται την παιδική εργασιακή εκμετάλλευση, στα εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, στα εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο που δεν έχουν πρόσβαση σε νερό και υποδομές υγιεινής, στα εκατοντάδες εκατομμύρια άνεργων και ανασφάλιστων στο κόσμο, κανείς δεν ζει στην Κούβα.Τα θύματα φυλετικού ή θρησκευτικού ρατσισμού στην Κούβα είναι μηδέν.
    Είχαμε σημειώσει πέρυσι, μετά την ιστορικής σημασίας ανακοίνωση για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων των ΗΠΑ με την Κούβα, ότι το «πως» θα εξελιχθούν τα πράγματα, είναι κάτι που θα το δούμε.
    Σημειώναμε τότε, πως ένα όμως είναι σίγουρο, ότι αυτό είναι το μήνυμα του κουβανικού λαού προς όλο τον κόσμο και το επαναλαμβάνουμε:
    Η Κούβα έφτασε ως εδώ όρθια! Στάθηκε στα πόδια της χωρίς να προσκυνήσει! Χωρίς να γονατίσει! Χωρίς να υποταχθεί! Χωρίς να ταπεινωθεί! Με το λαό της (τον εξοπλισμένο λαό της) να μην εγκαταλείπει ούτε μια στιγμή, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, την αξιοπρέπεια και το δικαίωμά του να αποφασίζει αυτός για τη ζωή του και για τη χώρα του!  

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Αλλιώτικες Πρωτοχρονιές…

6616886431_52973daf38.jpg
Γλυκιά(;) μελαγχολία και προσμονή για αλλαγή. Σχέδια επί χάρτου, αυτοκριτική αλλά και προσπάθεια για κάτι διαφορετικό. Ρήξη και συνέχεια. Αποφάσεις που θέλουμε να υλοποιηθούν, όνειρα που επιμένουν. Η Πρωτοχρονιά τα συμπυκνώνει αλλά ταυτόχρονα αποτυπώνει την διαφορά των κυρίαρχων και των «από τα κάτω».
Την 1η Ιανουαρίου του 1959 ο Τσε με τον Φιντέλ μπαίνουν θριαμβευτικά στη στολισμένη Αβάνα, ενώ την ίδια ώρα οι Αμερικάνοι φυγαδεύουν αεροπορικώς τον δικτάτορα Μπατίστα και τους συνεργάτες του. Τα μάτια ολόκληρου του κόσμου στρέφονται στη Λατινική Αμερική και από τότε παραμένουν εκεί. Η δεκαετία του 60 αποτελεί ορόσημο αλλά και -την περίοδο της μεγάλης ξηρασίας στα χρόνια μετά την «κατάρρευση»- τη δεκαετία του ’90 που ο αντίπαλος φαντάζει ανίκητος, οι φλέβες της Λατινικής Αμερικής συνεχίζουν να πάλλονται, στέλνοντας ελπιδοφόρα σινιάλα.
Την Πρωτοχρονιά του 1994 τίθεται σε ισχύ η NAFTA (North American Free Trade Agreement), η συμφωνία ανάμεσα σε Καναδά-ΗΠΑ και Μεξικό που δημιουργεί μια ελεύθερη ζώνη εμπορίου παραδίδοντας ουσιαστικά τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του Μεξικό στα χέρια των αμερικάνικων και καναδικών πολυεθνικών. Το άρθρο 27 του Μεξικανικού Συντάγματος που αποτελούσε κατάκτηση της Μεξικάνικης Επανάστασης του 1917, προέβλεπε ότι η Γη των αυτοχθόνων φυλών δεν μπορεί να πουληθεί ή να τεθεί υπό εκμετάλλευση και ότι τα δικαιώματα των ιθαγενών στην γη που ζούσαν είναι αδιαμφισβήτητα. Ο πρωθυπουργός Κάρλος Σαλίνας ντε Κορτάρι υπογράφοντας την NAFTA, καταργεί το άρθρο 27 πουλώντας τη γη των ιθαγενών, την επαρχία Τσιάπας, μια περιοχή ιδιαίτερα πλούσια σε κοιτάσματα πετρελαίου στις πολυεθνικές. Τα χρήματα επιστρέφουν στα χέρια της Αμερικάνικης κυβέρνησης για να αποπληρωθεί τμήμα του χρέους που με τους τόκους έχει φτάσει σε ύψος 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων!!
otroscuentos
Την 1η Ιανουαρίου 1994 η φιέστα που έχει διοργανωθεί για την ισχύ της NAFTA θα ματαιωθεί επ’ αόριστον. Οι «από κάτω» δεν φαίνονται διατεθειμένοι να επιτρέψουν το μεγάλο φαγοπότι. Είναι από εκείνες τις στιγμές που η Ιστορία αλλάζει. Ξεκινάει στην επαρχία Τσιάπας η ένοπλη εξέγερση των Ζαπατίστας που θα αποτελέσει το σύμβολο μιας νέας αρχής αλλά και μιας συνέχειας των επαναστατικών κινημάτων. Ένας πόλεμος που όπως αναφέρουν οι Ζαπατίστας στην Πρώτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα «είναι το τελευταίο αλλά δίκαιο μέσο που μας έχει απομείνει αφού πλέον τα πολιτικά μέσα έχουν εξαντληθεί. Ένα τελευταίο μέσο κόντρα στην εκμετάλλευση και τον ρατσισμό και πάνω από όλα ένα τελευταίο μέσο κόντρα στη λήθη.»
Τα αιτήματα τους, τα ανεκπλήρωτα αιτήματα της Μεξικάνικης Επανάστασης. «Στέγη, δουλειά, γη, υγειονομική περίθαλψη, διατροφή, εκπαίδευση, ελευθερία, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη, ειρήνη.»
Το αντάρτικο ουσιαστικά ξεκίνησε στις 17 Νοεμβρίου του 1983 από μια μικρή ομάδα ιθαγενών και μιγάδων, αντρών και γυναικών που εγκατέστησε τον πρώτο πυρήνα ανταρτοπολέμου στην ζούγκλα Λακαντόνα. Η αρχική ομάδα ήρθε σε επαφή με πολιτικοποιημένους αντιπροσώπους των ιθαγενών που συμφώνησαν ότι είναι απαραίτητος ο ένοπλος αγώνας και η συγκρότηση τακτικού στρατού. 
Ο ελάχιστα προσκείμενος στους Ζαπατίστας, Κάρλος Τέγος Ντίας, αναφέρει μια σκηνή ανάμεσα στον Υποδιοικητή Μάρκος και μια ομάδα τουριστών που είχαν αποκλειστεί κατά την διάρκεια της κατάληψης της περιοχής από τους Ζαπατίστας.
«Κοντά στα περιστύλια, ένας άντρας που ξεχώριζε από τους άλλους με λευκή επιδερμίδα έκανε δηλώσεις στον τύπο. Έδειχνε ήσυχος σαν να μην κινδύνευε η ζωή του. Ήταν ντυμένος στα μαύρα, φορούσε μαύρη κουκούλα, είχε στο στήθος του σταυρωτά φισεκλίκια και κρατούσε ένα αυτόματο Ίνγκραμ, ελαφρύ και μικρό όπως τα Ούζι. Όσοι βρίσκονταν γύρω του άκουγαν τους ανθρώπους να τον αποκαλούν διοικητή ή υποδιοικητή. Ήταν χαρισματικός, μυστηριώδης, διεστραμμένος. Μια τουρίστρια τον κοίταξε με ανησυχία.
– Θα μας αφήσετε να φύγουμε? ρώτησε.
(Είχε κοινοποιηθεί στους τουρίστες ότι μπορούσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους στις 2 Ιανουαρίου)
– Γιατί θέλετε να φύγετε? Ρώτησε ειρωνικά ο άντρας με την κουκούλα. Απολαύστε την πόλη.
Μερικοί τον ρώτησαν, φωνάζοντας αν μπορούσαν να πάνε με αυτοκίνητο στο Κανκούν. Όλοι ήθελαν να μιλήσουν συγχρόνως. Ένας ξεναγός που συνόδευε μια ομάδα τουριστών, είπε κάπως ενοχλημένος ότι έπρεπε να τους πάει στα ερείπια του Παλένκε. Ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο. Ο Μάρκος έχασε τότε την υπομονή του αλλά όχι και το χιούμορ του:
«Ο δρόμος για το Παλένκε είναι κλειστός, είπε. Έχουμε καταλάβει το Οκοσίνκο. Συγγνώμη για την ενόχληση αλλά πρόκειται για επανάσταση»
two-women-soldiersΟ Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός των Ζαπατίστας κήρυξε τον πόλεμο στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Μεξικού, καταλαμβάνοντας εφτά πόλεις της επαρχίας Τσιάπας. Η Μεξικανική κυβέρνηση χτυπά με δολοφονική μανία τους άμαχους και τους υποστηρικτές τους στις επαναστατημένες κοινότητες, ακόμα και δύο ασθενοφόρα του Ερυθρού Σταυρού. Προσπαθεί μάταια να υποβαθμίσει τα γεγονότα και η αναπληρωτής γραμματέας της κυβέρνησης, Σοκόρο Ντιάς, ανακοινώνει ότι «οι συγκρούσεις είναι περιορισμένες και ότι οι ινδιάνοι είναι υποκινούμενοι από ξένους». Τις επόμενες μέρες οι μάχες συνεχίζονται και οι Ζαπατίστας πετυχαίνουν σημαντικές νίκες. Παράλληλα ο μεξικάνικος λαός πολύ γρήγορα ανταποκρίνεται στο κάλεσμα των Ζαπατίστας για συμπαράσταση και στις12 Ιανουαρίου πάνω από 100.000 διαδηλώνουν στους δρόμους του Μεξικού απαιτώντας να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των εξεγερμένων ινδιάνων. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Σαλίνας, αναγκάζεται από την λαϊκή κατακραυγή να δηλώσει ότι «ο στρατός θα απαντήσει μόνο αν του επιτεθούν».
Ωστόσο, μετά από 24 ώρες ο στρατός εξαπολύει απρόκλητα μεγάλη επίθεση βομβαρδίζοντας την πόλη Οκοσίνγκο και ο πόλεμος γενικεύεται σε ολόκληρη την επαρχία Τσίαπας.
Στις 20 Φεβρουάριου, με τη συμμετοχή του επισκόπου Σάμουελ Ρούις Γκαρσία ως διαμεσολαβητή, ξεκινούν στο Σαν Κριστόμπαλ ντε λας Κάσας επαφές μεταξύ των επαναστατών και της κυβέρνησης. Συμμετέχουν 19 εκπρόσωποι των Ζαπατίστας. Απ’ αυτούς οι 18 είναι Ινδιάνοι και ο ένας μιγάς, ο οποίος έχει την στρατιωτική διοίκηση αλλά ακολουθεί τις πολιτικές εντολές των ινδιάνικων κοινοτήτων. Ο άντρας αυτός ονομάζεται υποδιοικητής Μάρκος και γρήγορα γίνεται σύμβολο του αγώνα των Ζαπατίστας. Ο διάλογος τελειώνει στις 2 Μαρτίου και ο διοικητής Τάτσο, μέλος της Παράνομης Επαναστατικής Επιτροπής των ινδιάνων, εξηγεί ότι οι Ζαπατίστας συμμετείχαν στις συνομιλίες «για να εξηγήσουν ποιοι είναι και γιατί αγωνίζονται». Η πρόταση της κυβέρνησης και οι υποτιθέμενες δεσμεύσεις απορρίπτονται. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς και ενώ οι διαπραγματεύσεις έχουν διακοπεί παρουσιάζεται η Δεύτερη Διακήρυξη της ζούγκλας Λακαντόνα, στην οποία ανακοινώνεται η δημιουργία της Δημοκρατικής Εθνοσυνέλευσης με στόχο «την οργάνωση της έκφρασης του λαού, την υπεράσπιση της λαϊκής βούλησης… και την συνέχιση χωρίς σταμάτημα του αγώνα». Τον Αύγουστο δημιουργείται το πρώτο «Αγουασκαλιέντες», πολιτικός-πολιτισμικός χώρος για τη συνεύρεση των ανταρτών με την εθνική και διεθνή κοινότητα.
zapatista_school_img_0

22 χρόνια οι Ζαπατίστας συνεχίζουν να αγωνίζονται. Μαζί τους και εκατομμύρια εξεγερμένοι σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Γιατί όπως σημείωσε ο υποδιοικητής Μάρκος τον Ιανουάριο του 1996: «Γιατί να μην βγάλουμε κάτι νέο από εκεί που έμεινε το παλιό; Τι έχουμε να χάσουμε; Τίποτα εκτός από το φόβο, τις ντροπές, τις τύψεις, τους εφιάλτες».
« Everything can change on a new years day
And everything changed on a new years day, c’mon»
Rage against the Machine “War within a breath”    

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Συρία: ένας βρώμικος πόλεμος με ανυπολόγιστες διαστάσεις

Netaniaxou-episkeptetai-traymatia-tis-syriakis-antistasis







Συνηθίζεται να λέγεται ότι η Συρία έγινε το νεκροταφείο όλων των γεωστρατηγικών αναλύσεων. Όλες οι αναλύσεις από το 2011, που προέβλεπαν την γρήγορη πτώση του καθεστώτος Μπασάρ αλ-Άσσαντ, από τις ισλαμιστικές και μη συμμορίες –η εξέλιξη της «συριακής άνοιξης»– κατέρρευσαν. Η συριακή διοίκηση χάρη στην οργάνωση, τις σταθερές εξωτερικές συμμαχίες με το Ιράν και τη Ρωσία και το ότι αντικειμενικά ήταν η μόνη δύναμη που μπορούσε να εγγυηθεί μια στοιχειώδη ασφάλεια του πληθυσμού σε αντίθεση με τις απίστευτες λεηλασίες και το λουτρό αίματος που προκαλούσαν οι «εξεγερμένοι», στέκεται ακόμα όρθια. Ειδικότερα, η Ρωσία, της έδωσε αρκετά ισχυρά λαϊκά ερείσματα καθώς και τη δυνατότητα να εξοπλίσει ένα τμήμα του πληθυσμού για να πολεμήσει την τζιχαντιστική απειλή παράλληλα με τον επίσημο στρατό.
Αυτή τη στιγμή το συριακό κράτος μάχεται σε περισσότερα από 70 μέτωπα σε όλη την επικράτεια, ακόμα και μέσα στη Δαμασκό, ενάντια σε πάνω από διακόσες ομάδες και συμμορίες (υπό τη σημαία του Ισλάμ), που από την μία στιγμή στην άλλη βρέθηκαν εξοπλισμένες με υπερσύγχρονους αντιαρματικούς πυραύλους και αξιοζήλευτα οπλικά συστήματα, άφθονη χρηματοδότηση, έντυπο υλικό και εξασφαλισμένες εφεδρείες από την απρόσκοπτη ροή φανατικών ισλαμιστών και μισθοφόρων. Σύριοι και ξένοι, ως επί το πλείστον, μισθοφόροι που προέρχονται από τουλάχιστον 60 διαφορετικές χώρες, από τις ΗΠΑ και το Κόσσοβο, ως τη Μαλαισία και την Αυστραλία, έχουν προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου καταστροφή στην περιοχή και εκατομμύρια πρόσφυγες, είτε εξ αιτίας των μαχών με τον κυβερνητικό στρατό, είτε λόγω των μεταξύ τους σφαγών για τα λάφυρα, το σκλαβοπάζαρο γυναικών και παιδιών, το εμπόριο πετρελαίου και αρχαιοτήτων.
Μέσα σε τέσσερα χρόνια, οι νεκροί Σύριοι ξεπερνούν τους 200.000.
Οι συγκρούσεις στα αστικά κέντρα με βαρέα όπλα από όλες τις πλευρές, έχουν μετατρέψει σε ερείπια τις ιστορικές και άλλοτε ευημερούσες πόλεις όπως η Χομς, το Χαλέπι, η Λατάκεια και άλλες. Η πείνα και το κρύο θέρισαν πολλούς αμάχους.
Σε αυτό τον πόλεμο προφανώς δεν υπάρχει το άσπρο ούτε το μαύρο, αλλά πολλοί τόνοι του γκρι. Η ΕΕ, όμως, έδειξε ποιό είναι το «άσπρο», οι «μετριοπαθείς αντάρτες» τους οποίους ανέλαβε να εξοπλίσει και να χρηματοδοτήσει.
Η «εξέγερση» στη Συρία χρηματοδοτήθηκε και εξοπλίστηκε εκτός από την ΕΕ και από τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία και τα κρατίδια του Κόλπου, ενώ η Τουρκία ανέλαβε το logistics της εισαγομένης ισλαμιστικής λαίλαπας. Οι ισλαμιστές μισθοφόροι έρχονται από κάθε σημείο της λιβανοσυριακής και τουρκοσυριακής μεθορίου, τα σύνορα αυτά διασχίζουν οι πομπές ανεφοδιασμού των τζιχαντιστών, ενώ το καθεστώς του Ερντογάν ανεπισήμως οργανώνει πτήσεις τσάρτερ για υποψήφιους τζιχαντιστές, μέσω Κωνσταντινούπολης. Γραφεία στρατολόγησης τζιχαντιστών λειτουργούν επισήμως στις γειτονικές αραβικές χώρες και ανεπίσημα στην Ευρώπη, από όπου υπολογίζεται ότι πάνω από 6000 τρομοκράτες (η λέξη αποκτά την πραγματική της σημασία…) έχουν στρατολογηθεί για να κάνουν «ιερό πόλεμο στη γη του Σαμ» (Συρία).
Στα κατεχόμενα από το Ισραήλ υψώματα του Γκολάν, η Αλ-Κάιντα σπατάλησε τεράστιο αριθμό ισλαμιστών και μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού προκειμένου να αποκτήσει σύνορα με το Ισραήλ. Ισραηλινοί στρατιώτες χαιρετιούνται και αστειεύονται –κάπως αμήχανα είναι η αλήθεια– με τους νέους «γείτονες», τους βλοσυρούς ισλαμιστές συναδέλφους τους, με τις χαρακτηριστικές μακριές γενειάδες και τα καλάσνικοφ. Ισραηλινός στρατός και Αλ-Κάιντα απέχουν μόλις δύο μέτρα!
Όταν τραυματίζονται εκεί κοντά οι «αντάρτες» από τις επιθέσεις του στρατού και ομάδων ενόπλων πολιτών, θα βρουν φιλοξενία και περίθαλψη στα ισραηλινά νοσοκομεία. Η ίδια κατάσταση επικρατεί στην τουρκοσυριακή μεθόριο ανάμεσα στον Τούρκικο στρατό και το Χαλιφάτο.
Το Χαλιφάτο είναι η πιο οργανωμένη συμμορία, είναι η ισλαμιστική Blackwater και έφτασε προσφάτως να κατέχει μεγάλα κομμάτια του Ιράκ και της Συρίας. Η θηριωδία τους, όπως και των λοιπών τζιχαντιστών είναι παροιμιώδης και δείχνουν ιδιαίτερη επιμέλεια στο να μιμούνται τους Αμερικανούς βασανιστές του Γκουαντάναμο. Έτσι ντύνουν τους αιχμαλώτους με τις χαρακτηριστικές πορτοκαλί στολές, πριν τους εκτελέσουν με φρικτό τρόπο και βιντεοσκοπήσουν τα κατορθώματά τους για να τα ανεβάσουν στο διαδίκτυο ή να τα εκδώσουν σε DVD. Έχουν απεριόριστη πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (twitter, facebook κτλ) και το καλύτερο δίκτυο εμπορίας λευκής σαρκός και πετρελαίου από όλες τις άλλες συμμορίες. Πρόσφατα, εγκαινίασαν πολυτελέστατο ξενοδοχείο στη Μοσούλη για να κάνουν διακοπές τα ηγετικά στελέχη τους.
Στη Συρία το ΙΣΙΣ ελέγχει μεγάλα ερημικά τμήματα με μικρές πόλεις χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, διαθέτει όμως ένα μεγάλο ατού. Ελέγχει τη ροή των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, ενώ ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα, ένθεν κακείθεν, κοιτάσματα πετρελαίου στη Συρία και το Ιράκ. Μάλιστα, κατασκευάζει και αυτοσχέδια μικρά διυλιστήρια προκειμένου να κερδίζει περισσότερα από το να πουλά αργό πετρέλαιο.
Σε αυτό το κολοσσιαίο λαθραίο κύκλωμα που γίνεται δια μέσω Τουρκίας «φωτογραφίζονται» και ονόματα ελλήνων εφοπλιστών, σύμφωνα με τις αμερικάνικες και γερμανικές μυστικές υπηρεσίες. Όχι πως θα έλειπε ο έλληνας «δαιμόνιος» εφοπλιστής από μια τέτοια βρωμοδουλειά!
Όταν το Χαλιφάτο έδειχνε πως ήθελε να ξεφύγει από τον έλεγχο και να γίνει αυτοδύναμο, οι Υψηλοί χρηματοδότες της τρομοκρατίας συγκρότησαν μια συμμαχία με σκοπό όχι την καταστολή, αλλά τον έλεγχο του Χαλιφάτου, ώστε να μην πλησιάζει σε «απαγορευμένες» περιοχές.
Παράδειγμα τέτοιων περιοχών είναι οι Κουρδικές, που έχουν τεθεί υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων και ήδη στο Ιράκ αναγνωρίζονται ως χωριστό κράτος από την αμερικανική διπλωματία.
Παρά την υπεσχημένη στρατιωτική υποστήριξη, η σιιτική κυβέρνηση της Βαγδάτης δεν έχει λάβει παρά συμβολική βοήθεια στη μάχη κατά του ΙΣΙΣ. Από πέρυσι (2014) το Χαλιφάτο κατέλαβε αναίμακτα τη Μοσούλη με τη βοήθεια ανώτατων ιρακινών στρατιωτικών, ενώ πριν από λίγες μέρες προέλασε στο Ραμάντι με τον ίδιο τρόπο, κυριαρχώντας έτσι στις κεντρικές ιρακινές επαρχίες.
Οι λεηλασίες, οι δημεύσεις, τα βασανιστήρια, οι απαγορεύσεις, οι μαζικές εκτελέσεις και οι ταπεινώσεις προς όλο τον πληθυσμό και με έμφαση στους «αλλόθρησκους» δεν έχουν το προηγούμενό τους από την εποχή των Μογγόλων εισβολέων.
Η τελευταία εξέλιξη έδωσε «αέρα» και στρατηγικό πλεονέκτημα στα ισλαμιστικά στίφη που απέκτησαν σχεδόν τον πλήρη έλεγχο της συροϊρακινής μεθορίου. Το επόμενο βήμα ήταν να επιτεθούν αιφνιδιαστικά κατά της αρχαίας πόλης της Παλμύρας στη Συρία, του «Μαργαριταριού της Ερήμου» προκαλώντας διεθνή ανησυχία για την τύχη των αρχαιολογικών θησαυρών. Είναι γνωστό ότι οι ισλαμιστές πουλούν τις φορητές αρχαιότητες στη μαύρη αγορά, ενώ καταστρέφουν ό,τι δεν μπορούν να πουλήσουν και κινηματογραφούν τις καταστροφές για να προσελκύσουν και άλλους φανατικούς στις τάξεις τους.
Ο Συριακός στρατός αντεπιτέθηκε και ανακατέλαβε την περιοχή προκειμένου να οργανώσει την φυγή του πληθυσμού και να μεταφέρει τον φορητό αρχαιολογικό πλούτο σε ασφαλή τοποθεσία και κατόπιν υποχώρησε τακτικά, ελλείψει επαρκών δυνάμεων για να αντέξει μια μακρόχρονη πολιορκία.
Το ΙΣΙΣ μπήκε τελικά στην Παλμύρα και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καταστρέψει τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας ώστε να μην μάθει κανείς τη βιβλική καταστροφή που κάνουν αυτή τη στιγμή.
Η «διεθνής κοινότητα» αναστέναξε και κατηγόρησε το …συριακό καθεστώς για «εγκλήματα πολέμου». Οι αρχαίοι θησαυροί της Παλμύρας και όλος ο αρχαιολογικός πλούτος της Μεσοποταμίας είναι η προίκα που έδωσαν οι Υψηλοί Προστάτες της Μέσης Ανατολής προς τα ισλαμιστικά αποβράσματα για να φυλάνε τα γεωστρατηγικά συμφέροντά τους στην περιοχή, μέσω του τζιχαντιστικού buffer ανάμεσα στη Δαμασκό και τη Βαγδάτη, ώστε να απομονωθεί η πρώτη από την ιρανική επιρροή. Θα πλουτίσουν οι ιδιωτικές συλλογές των πλούσιων αρχαιοκάπηλων, θα έχουν να πορεύονται και οι τζιχαντιστές…