The Boat Carpenter Paporias from Another World Is Here on Vimeo.
Armagideon Time - The Clash - London 1979
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013
Καταδικάζετε τα βασανιστήρια απ’όπου και αν προέρχονται ;
Δεν έχει περάσει ούτε ένας χρόνος από τη στιγμή που η Ελληνική Αστυνομία εξάρθρωσε ομάδαακροδεξιών ληστών στη Βόρεια Ελλάδα. Αναρωτήθηκε άραγε κανένας γιατί εκείνοι οι συλληφθέντες δεν βασανίστηκαν, όπως συμβαίνει κατά συρροή με τη σύλληψη αντιφασιστικών, αναρχικών και άλλων ομάδων;
Μέχρι σήμερα η κυβέρνηση και οι μεγαλόσχημοι δημοσιογράφοι απλώς αρνούνταν τις κατηγορίες περί βασανιστηρίων και ενίοτε απειλούσαν με μηνύσεις όποιον υποστήριζε το αντίθετο. Από το Φεβρουάριο του 2013 μπορούμε χωρίς δεύτερη σκέψη να υποστηρίξουμε ότι οι πολιτικές και μιντιακές ελίτ στηρίζουν ανοιχτά την πραγματοποίηση βασανιστηρίων.
Το φαινομενικά παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα τα βασανιστήρια δεν ξεκίνησαν ως απάντηση σε παραβατικές συμπεριφορές, όπως οι ληστείες τραπεζών, αλλά απέναντι σε πολιτικές διώξεις όπως η αντιφασιστική μοτοπορεία. Η ΕΛ.ΑΣ και η κυβέρνηση, δηλαδή, δεν αισθάνθηκαν καν την ανάγκη να νομιμοποιήσουν σταδιακά τη νέα τους πρακτική στην κοινή γνώμη. Θέλησαν από την πρώτη στιγμή να αποδείξουν ότι θύματα βασανισμού θα είναι οι πολιτικοί αντιφρονούντες.
Για όσο διάστημα η κοινοβουλευτική Αριστερά επιχειρούσε, αμυνόμενη, να αποδείξει στους αντιπάλους της ότι καταδικάζει τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται, η λογική αυτή εγκαταλείφθηκε από το ίδιο το σύστημα που τη δημιούργησε. Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη, δίνει εμμέσως πλην σαφώς το πράσινο φως για την πραγματοποίηση βασανιστηρίων και μάλιστα επιλέγει τα θύματά της με αμιγώς πολιτικά κριτήρια.
Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, σε μια χώρα όπου οι μεγαλύτερες εφημερίδες μας καλούν να “ευχαριστήσουμε τη Χρυσή Αυγή” και γράφουν λαμπρούς επικήδειους για τους αιμοσταγείς δολοφόνους της χούντας. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε μια χώρα που ελέγχεται από μια μαφία λαθρεμπόρων. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε μια χώρα όπου οι ειδήσεις για τα σκάνδαλα των τραπεζών αποσιωπούνται από κανάλια που πληρώνονται από αυτές τις τράπεζες.
Ένα τόσο ακραία άδικο σύστημα απαιτεί εξίσου ακραίες μορφές βίας για να διατηρηθεί στην εξουσία και να συνεχίσει να υπηρετεί τα συμφέροντα που το οικοδόμησαν.
Έχουν καταλάβει όμως τι ακριβώς κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Συνειδητοποιούν ότι με τα σημερινά του μηνύματα στο twitter ουσιαστικά νομιμοποίησαν εξωθεσμικές μορφές βίας όπως ο παλαιότερος ξυλοδαρμός του Χατζηδάκη;
Έχουν συναίσθηση του τι σημαίνει να ζητάς την επιστροφή της θανατικής ποινής, τη στιγμή που ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται, και η ναζιστική δεξιά βρίσκεται μέσα στο κοινοβούλιο;
Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Κανένας τους δεν είχε καταδικάσει ποτέ τη βία απ’όπου και αν προέρχεται. Είχαν καταδικάσει κάθε μορφή αντίστασης απέναντι στην οικονομική τους δικτατορία. Απλώς από αυτή την εβδομάδα το λένε ξεκάθαρα.
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013
Οδυσσέας Ελύτης – Τα δημόσια και τα ιδιωτικά
ΠΗΡΕ ΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και
πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει. Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ' τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, ετσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πιά για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου - παραλίγο να πω η ψυχή μου.
Μέσα σ' ενα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το
αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή
της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.
Θέλω να πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον άγώνα της με τη
γνώση - ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε ύπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας
κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου,κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.
Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από
την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση
κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ' εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.
Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να 'χω ζήσει σε καμιά καλή
εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω
σαν ν' ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να
μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ' αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να 'χει περάσει απ' όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο - κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι' αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.
Σ' αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί
παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν' αρρωστήσουν, ή επειδή -το
χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή
αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ' ένα είδος
παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.
ΑΡΧΙΣΕ ΤΩΡΑ και να ψιλοβρέχει. Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και
παρακολουθώ τον γέρο Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας.
Θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ' έναν
παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τούς τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και το κορμί του το κεραμιδί που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να 'ναι κι ένας υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε.
Τά μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή ύπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι όλίγοι. Και μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα.
Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά δικαιολογημένα υποψιάζεται κανείς ότι η λατρεία της σωματικής δύναμης -που όσο πιό πίσω πάμε τόσο πιό ισχυρή τη βρίσκουμε- παραχωρούσε τότε τη θέση της σε (η , άν αυτό πάει πολύ, συνυπηρχε μέ) μιαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια κι ευωδία λωτού τρυφερότητα, διόλου διαφορετική από την «τρυφερότητα των μαστών» που αντικρίζανε καθημερινά γύρω τους οι κάτοικοι της Κρήτης εκείνης και με τη γνωστή πλαστική τους ευκρίνεια, διασώσανε στα έργα τους.
Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά. Ολόκληρο το δυναμικόν που θ'άντιστοιχούσε στη διεξαγωγή εχθροπραξιών θα διοχετεύεται στην ερωτική συζυγία με τη φύση και στη διαιώνιση τών καρπών ενός τέτοιου γάμου.
Ίσως αυτά όλα (χρειάζεται να το πώ) να μη συμπίπτουν πάντοτε, ή και καθόλου, με τα
συμπεράσματα της επιστήμης. Αλλά εγώ λέω αυτά που διαβάζω στα μόνα κείμενα που μας άφησαν και που είναι τα έργα των χειρών τους. Φτάνει κανείς και από τις άκρες και από τις οφιοειδείς γραμμές στην αποκατάσταση μιας ηθικής της ομορφιάς, που πιθανόν κάποτε στον κόσμο αυτό να επεκράτησε. Ότι καμιά σημαντική πολιτεία δεν ήταν κτισμένη σε μέρος που να προσφέρει άμυντικά πλεονεκτηματα, όπως οι κατοπινές ακροπόλεις ή τ' αμέτρητα κάστρα του Μεσαίωνα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δε συναντάμε παρά σπάνια την ύπαρξη όχυρωματικών έργων συνηγορούν άμεσα με την άποψη αυτή. Όπως συνηγορούν έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η χρωματική αντίληψη εκδηλώνεται με μιαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες όχι κάν για να την ξαναβρούμε αλλά με κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε περνώντας ύστερα στους απείρου ποικιλίας δακτυλιολίθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού δυναμικού της ύλης έως, τέλος, τ' αντικείμενα τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μιαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα.
Εδώ, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά αισθάνομαι κάτι σαν ζήλια, που είναι παράπονο συνάμα κι ευχή. Να τι έννοώ. Θα ήθελα να μπορούσαν αυτά όλα να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο. Να ύπάρχει και γι' αυτά μια φωτοταξία, που, όπως εξασφαλίζε στα φυτά τη χλωροφύλλη την απαραίτητη για να ανανεώνονται αέναα και να μας βρέχουν το μάτι με τη δροσιά τους, να υπαγορεύει και σ' αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά σκιρτήματα, προικισμένα με τη χάρη, ακόμη και μέσ' απ' τις πιο τρομερές θεομηνίες, που τσακίζουν πολιτισμούς και αφανίζουν ακεραιότητες λαών, να πηδούν απο τον ένα στόν άλλον αιώνα και να περνούν βελονιές πάνω στο δέρμα του χρόνου. Να περνά η Παριζιάνα της Κνωσού στη συλλέκτρια τών κρόκων της Θήρας, κι αυτή στην Κόρη με τον θαλλόν μυρσίνης, της Πάρου, κι αυτή στη Μυροφόρο τη ρόδινη με τη λαμπάδα, κι αυτή στην ωραία Αντριάνα των Αθηνών, κι αυτή στην Κόρη με το ρόδι της Αίγινας. Αν όχι τίποτε άλλο, επειδή κατοικούμε στα ίδια χώματα.
ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΙΛΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ που άκουγα τα ξημερώματα πρέπει να 'χουν φτάσει
μακριά, να τρέχουν μια δω μια κει και να συρράπτουν τα κομματάκια της πραγματικότητας,
τέτοιας που την εκαταντήσαμε. Να μπορούν οι θεοί να διαβάσουν τι γίνεται δω πέρα. Στα
πλαϊνα μου τραπέζια οι ντόπιοι αυτοί έχουνε πέσει με τα μούτρα στις εφημερίδες που μόλις έφερε το μεσημεριανό αεροπλάνο. Μυστήριοι άνθρωποι. Τους ξέρω χρόνια, τους
παρακολουθώ, τους μελετώ σαν να 'τανε πειραματόζωα. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις
οικογενειακές αλλά και τις έπαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιαν ευθύτητα και μια
ψυχική εύγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος.
Η κρίση τους είναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τα πράγματα σε καλά και κακά, μαύρα και άσπρα, όπως μας τα 'μαθε η μάνα μας. Έτσι όμως κι έμπλακούν στα συνθήματα που τους
προσφέρουν με τον δικό τους, δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή
χάνεται. Και τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας και όλα κακά
εάν βρίσκονται από το άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς. Ούτε κανείς
βιοχημικος η όφθαλμολόγος θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως γίνεται τόσο ετερόκλητα
πράγματα ν' αποκτούν έξαφνα το ίδιο χρώμα και να θολώνουν το ίδιο μυαλό. Και το ωραίο
είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ' τους απ' έξω.
Δέν τολμάς να τραβήξεις μιαν άπο τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου
φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ενα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που
ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν' άγγίξεις μιαν απο τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ' έναν συρφετό άνθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.
Έτσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατουμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της άλκης και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα «κοινα», και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη.
Ουτοπία; Μπορει, γιατί οχι; μια εκδοχή ανάμεσα στις άλλες είναι κι αυτή, μόνο που έχει
λιγότερες πιθανότητες. Κι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ότι δεν έχουν τη δυναμη ν' αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να
βάζεις με το νού σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ' την ανάποδη,
χρειάζεται να 'σαι σκληρός. Η μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα
στις συμφορές μας η φύση; Μα είναι; 'Η ζητάει τ' άδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό
της, χωρίς ν' αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποκάρδι μας; Αυτό είναι. Το 'νιωσα δυνατά στον πόλεμο, πάνω στην υποχώρηση του '41, μέσα στο φούντωμα της άνοιξης, όταν έδινα βουτιά στα ριζά τών ολάνθιστων σύδεντρων για να καλυφθώ από τα γερμανικά στούκας. Με το μάγουλο στο υγρό χώμα ζητούσα βοήθεια, συμπόνια, προστασία να μού ψιθυρίσουν αυτά τα μπουμπουκιασμένα κλωνιά έναν παρήγορο λόγο. Τίποτε. Το μόνο που ζητουσαν ήταν να μού υποβάλουν το «αιώνιο» που είχαν ταχθεί ν' άντιπροσωπεύουν. Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ' αδύνατα.
Ω να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με
νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια
διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες τών συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς.
Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ενα
δάκρυ οταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά άπ' το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιό ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τί σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιός καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ'ενα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο τών αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε;
ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τόν εισπνέουμε;
Κουράστηκα να τα λέω. Θα 'θελα να μην είχα πια τίποτα να πώ, αλλά πως, που νιώθω να 'μαι ακόμη γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων... τα μώβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μού κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πως όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ' άδειάσω, έσβησα.
ΣΑΝ ΝΑ ΞΑΝΟΙΞΕ ο καιρός. Παίρνω σιγά σιγά τον ανήφορο, κείνον με τις φαγωμένες,
ανώμαλες πλάκες που μ' άρέσει. Περπατώ βλέποντας χρόνους πολλούς πίσω απο το κάλυμμα της συνήθειας. Ξέρω με κάθε λεπτομέρεια πώς και γιατί χτίστηκε το τοιχάκι της εκκλησίας έτσι σε τόσο ανισόπεδο έδαφος. Αναγνωρίζω την αρχική μορφή που πρέπει να είχε το σπίτι με τις τρεις κολόνες. Αποδίδω τη δέουσα βαρύτητα στη σημασία που έχει ένας τενεκές με ηλιοτρόποπια στο κεφαλόσκαλο μιας εσωτερικης αυλής.
Συνελόντι ειπείν, έχω γίνει ένας μικρός Παυσανίας τών αισθήσεων και των αναλογιών τους
στο πνεύμα, που πιότερο από τα μνημεία ένδιαφέρεται για κάτι δαφνώνες, άπ' αύτούς με τα δυνατά πράσινα πού, μόνον να τα θωρείς, σου στιλβώνουν μάτι μαζί και ψυχή. Και που του αρέσει γράφοντας -πρέπει να το προσθέσω κι αυτό -να μην ξύνει απλώς το χαρτί αλλά να σκάβει και ν' άνακαλύπτει συνεχώς την Ελλάδα που προϋπάρχει μέσα του και που, αν
ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ολίγον ενδιαφέρει. Έχει τον καιρό ν' ακολουθήσει η
πραγματικότητα. Προηγουμένως, είναι ανάγκη να πλασθεί απ' τη σκέψη. Μια σκέψη που, αν τη σπάσεις, η χούφτα σου θα γεμίσει από σπόρια συγκινήσεων, ευαισθησιών, ανατάσεων,δακρύων.
Φτάνω τώρα στο μαντρότοιχο απ' όπου ξεπροβέλνουν τα κεφάλια τους, λές και σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους, οι μανταρινιές, οι πορτοκαλιές, οι νεραντζιές. Λάμπουν και γυαλίζουν, με φρεσκοπλυμένο μάγουλο απ' τη βροχή. Παράξενο μου φαίνεται κάθε φορά που το συλλογίζομαι ότι δε γνώριζαν οι Ιωνες τα εσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, η σκέψη τους αναδίδει τη σπιρτάδα τών κίτρων. Ιδού ένας ακόμη „κατ' άναλογίαν“ συσχετισμός, που κάνει τούς περισσότερους να υψώνουν τα χέρια μπροστά σε κάθε ρήση ποιητική που δεν είναι γνώσεις από κρέας ωμό αλλά αίνιγμα σπινθηροβόλο, με τη λύση του μεταποιημένη σ' ευωδιά.
Σ' αυτό το κεφάλαιο είμαι πολύ ευαίσθητος. Η ροπή μου καταντά διαστροφή. Κι
Σ' αυτό το κεφάλαιο είμαι πολύ ευαίσθητος. Η ροπή μου καταντά διαστροφή. Κι
όμως, πουθενά δε βρίσκω αισθητοποιημένη με τόση ενάργεια, την έννοια της αθωότητας όσο στα μυριστικά χόρτα. Όπως της καθαρότητας και της διαφάνειας σε μια λαμπερη
νεροσταγόνα, ή του καθαρμού και της ψυχικής ασηψίας στον ασβέστη. Χωρίς τις ηθικές
προεκτάσεις που έλαβαν εν συνεχεία, θα μού ήταν αδύνατο να κατοχυρώσω τη «λιγοσύνη»σαν κεφάλαιο πολύτιμο για το σύνολο, που να το μεταφέρω κατόπιν, με την ίδια ισχύ, στο άτομο.Άλλοι ας αναλώνονται κι ας περιορίζονται σε αυτά που υπάρχουν. Πού, βέβαια, ειναι τα περισσότερά τους δεινά και τα καταγγέλνουν. Ας υπάρχει κι ένας που να διατηρεί το δικαίωμα να προσβλέπει σε αυτά που δεν υπάρχουν αλλά θα έπρεπε και θα μπορούσαν να υπάρχουν.Ο κόσμος τών φυτών με γοήτευσε. Αείποτε μ' έξέπληξε. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων κατάφερνε να μου υποβάλλει το μυστήριο της ζωής. Αποπνέει ένα είδος αγιοσύνης, που δοκίμασα να το εκφράσω, ακόμη και με ανορθόδοξα μέσα, όταν αισθάνθηκα να είμαι αρκετά καθαρός στην ψυχή για να το αποπεφαθώ. Μετατρέποντας το φυτό από ουδέτερο σε θηλυκό, και θεωρώντας το σαν κόρη, περίπου, αγία ή θεά, ζωγράφισα, χωρίς να είμαι ζωγράφος, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές, μια θεά Φυτώ, που της έβαλα βυσσινιά δυνατά και χρυσά και φωτοστέφανο στο κεφάλι, με την ελπίδα να μπορεί δίπλα μου να ενσαρκώνει κείνον τον αέρα που έρχεται σαν από θαύμα μεσ' απ' τα έγκατα της γης και ναυποκαταστήσει όσα και σαν ειδωλολάτρες και σαν χριστιανοί διακονήσαμε στο βωμό τουΠοσειδώνα και της Παρθένου.
ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ του γραφιά μέσα μου, του μανιακού πολέμιου της
προχειρότητας μ' έχουν μονοχνοτίσει. Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους ανθρώπους είναι το δύσκολο.
Καθώς γυρνάω στο σπίτι αργά για φαγητό, βρίσκω την κυρία Ευγενία να τα έχει όλα έτοιμα, σκεπασμένα, και να κάθεται με θρησκευτικη προσήλωση μπροστα στο ραδιόφωνο. Βέβαια, το λόγο κάποιου πολιτικού αρχηγού ακούει μολονότι αμφιβάλλω αν καταλαβαίνει καλά. Κι όχι επειδή δεν έχει την απαιτούμενη μόρφωση· τουναντίον, επειδή ο λόγος δεν έχει την απαιτούμενη δομή τη στοιχειώδη. Άλλ' αντ' άλλων. Φτήνια και μακρηγορία χωρίς
αντίκρισμα. Έτσι μού 'ρχεται να της το κλείσω. Αν όχι να βγώ στα μπαλκόνια να το φωναξω: Τίποτε απ' ολ' αυτά που περιφέρουν, επί αιώνες τώρα, στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις κομματικές συγκεντρώσεις, δεν παίρνει διαβατήριο για την ψυχή, αν προηγουμένως δεν έχει την οφειλόμενη θεώρηση από τα μέσα τα έκφραστικά.
Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν άντίληψη απ' τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η έν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού.
Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν άντίληψη απ' τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η έν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού.
Η ποιότητα στηρίζει τούς θεούς, κι είναι για να μην το 'χουν κατανοήσει εγκαίρως οι Ιερείς
που παιδεύεται άδικα η ανθρωπότητα.
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο
μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αίσθήσεις ή
στιγμές·δυό τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά
ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυό κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για
πάντοτε. Όλα όσα, μ' άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.
Αποδίδω μεγάλη σημασία σ' αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο. Που, εάν συμβαίνει
να διακρίνουμε πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα ή λευκό το σπιτάκι, να προσπερνάμε,
τάχατες οι ανώτεροι εμείς, παρά να γονυπετούμε και να κάνουμε το σταυρό μας με δέος. Ένα εικόνισμα είναι κι αυτό το πελαγίσιο κομμάτι που το ξύλο του έχει μαυρίσει από τους
καπνούς παλαιών αγώνων αλλά που τ' αγιωτικό του αναδίδει ακόμη Αναξίμανδρο.
Μιλώ μ' έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Να 'σαι σκληρος
απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που
κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Αλλά ποιό μέλλον; Τίνος; Το απώτερο, το μετά
κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο. Πάνω σέ τέτοιου είδους λατρευτική
στάση, φαντάζομαι θα ήταν δυνατόν να συμπέσουν οι κορυφαίοι της πολυθεΐας και οι άγιοι πάντες της χριστιανοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο που σ'ενα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Μαρίνας, η μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο.
Περιμένω τόν καλλιτέχνη -που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν ν' αναφανεί-τόν ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη». Θα πρέπει να βγαίνει άπο την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν' άντανακλά όλο φώς πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στούς μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μάρξ, τον Πάπα —Θεός σχωρέσει τους.
ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΝΤΧΤΩΣΕΙ αρχινά η δική μου δεύτερη μέρα. Η πρώτη θέλει μπλάβα πέλαγα, η
δεύτερη, τέσσερις τοίχους, χειρόγραφα και ποτό.
Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει στον ώμο, συγκρατεί το χέρι μου: «Μη , όχι έτσι, αλλιώς», «Όχι έτσι, άλλιώς». Να μη βγει κακός λόγος από το στόμα μου, να μη βγει παράπονο. Αυτό θέλει. Κι άλλα μικρά δαιμόνια, παρόμοια, μού
εμφανίζονται κατά καιρούς, κρατώντας εικόνες, χρωματιστά γυαλιά, χάρτινα βαπόρια
φωταγωγημένα. Είναι φιλικά, μου γνέφουν κιόλας πότε πότε: «Μην ακούς», «Κάνε τη
δουλειά σου», «Εδώ είμαστ' εμεις». Μόνον άνωθεν το κουράγιο. Κι όχι πάντοτε. Είναι
βραδιές όπου η στεναχώρια μόλις που χωράει, πάει να σπάσει τούς τοίχους. Μένω μόνος ώρες μπροστά σ'ένα τετράγωνο παράθυρο κομμένο επάνω στο σκοτάδι. Δεν περναει ούτ' ένας άνθρωπος. Πουθενά κανένα φως. Μόνον ο φάρος πέρα εκεί κατάμονος κι αυτός, πεισματικός, ολοένα πάνω στο τρία του και στο ένα του.
Στη μοναξιά υπάρχουν κι έκει όπως μέσα στη γλώσσα, ιδιώματα. Το δικό μου πρέπει να 'ναι της πλέον ακατοίκητης ερημονησίδας. Αλλιώς δεν εξηγείται πως τα λόγια μου, ενώ τα
κατευθύνω στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κόσμου, ηχούν απόμακρα ή χάνονται
ολότελα. Τα φωνήεντά μου, τα «α» μου και τα «ε» μου, δε γίνεται φαίνεται να τα πιάσεις σε καμιά συχνότητα. Το πολύ ν' ακούσεις κάτι σαν τραύλισμα κυμάτων επάνω στα βότσαλα.
Παραμένω, έτσι ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν' ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών αφού τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται θά'λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίξει το ένα για να χαιρετίσει το άλλο. Φαίνεται ότι στην προσπάθειά μου να τους πλησιάσω, τα ρεύματα με παρασύρουν και με παν έξω από την περιφέρεια.
Τουλάχιστον έτσι αν όχι τίποτε άλλο, επαληθεύεται κάποια γνησιότητα ή οχι; Πως να
κρίνεις. Η φουρτούνα που περιγράφεις δεν είναι ποτέ η φουρτούνα που αντιμετωπίζει
πραγματικά ο ναυτικός. Πρέπει το «σκόρτσο» να το αντιμετωπίζεις και στην έκφραση. Έτσι πρέπει να κρίνεις.
Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει. Κι άλλα πολλά, μικρά, μού
παραστέκουν. Έτσι γλυκιά, έτσι όμορφη, πώς εγινε η ζωη; Ολο τη βλασφημούν κι όλο
αρπάζονται απάνω της οι άνθρωποι. Γαλήνιοι παραμένουν οι τάφοι και ο χρόνος άδηλος.
Κλαίω με δάκρυα που γυαλίζουν κάπου αλλού, μακριά, σ' ενα χώρο κατοικημένο από
πλάσματα υπέροχα, που ίπτανται λίγο πιό πάνω από την ίσαλο του θανατου. Ποιός ειμαι;
Ποιος υπήρξα; Νιώθω να μ' έχει αρπάξει μια φυλλωσιά θάλασσας, όλο ευδαιμονία και οδύνη,σαν να 'ναι λιωμένος κι αποχριστιανωμένος Πλωτίνος. Ορθάνοιχτα όκια με παρακολουθούν από παντού. Τρέμουν, τρίζουν τα κατάρτια και οι μορφές των αγίων. Πως βγήκα μέσ' από τη δυστυχία; Ποιός άδει; Τι είναι αυτά τα δυνατά κίτρινα και κόκκινα και τα κομμάτια του τοίχου με τόν αβέστη; Α ναι, είμαι το παρελθόν τών δακρύων ίσως γι'αυτό να μ'αναγνωρίζουν. Ισως γι'αυτό ν'άρμυρίζω. Υπήρξα κάποτε, αυτό είναι αλήθεια.
Τρέμουν, τρίζουν τα δαιμόνια.
Δηλον δέ ότι δει και τοις άλλοις δαίμοσι τούτους αρμόσαι είπερ δει φυσιν ειναι και ουσίαν μίαν καθό δαίμονες δαιμόνων, ει μη κοινόν όνομα έξουσι μόνον. [1]
ΤΕΛΟΣ
[1] Είναι κομμάτι από τον Πλωτίνο, „Περί έρωτος“, Εννεάς Γ´, 3,5 (50):
Αλλά τι δη χρη λέγειν περί του Έρωτος και της λεγομένης γενέσεως αυτού; Δηλον δη ότι δειλαβείν τις η Πενία και τις ο Πόρος, [2] και πως αρμόσουσιν ούτοι γονείς είναι αυτώι. Δήλον δε ότι δει και τοις άλλοις δαίμοσι τούτους αρμόσαι είπερ δει φυσιν ειναι και ουσίαν μίαν καθό δαίμονες δαιμόνων, ει μη κοινόν όνομα έξουσι μόνον.
Μετάφραση: Αλλά τι πρέπει να πούμε σχετικά με τον Ερωτα και για τα όσα λέγονται για τη
γέννηση του; Είναι φανερό ότι πρέπει να διαπιστώσουμε ποιός είναι ο Πόρος και ποιά η
Πενία και κατά πόσον αυτοί ταιρίαζουν σαν γονείς του. Και είναι φανερό οτι αυτοί (οι
ιδιότητές τους) πρέπει να ταιριάζουν και στους άλλους δαίμονες, διότι οι δαίμονες αυτοί καθ‘ αυτοί πρέπει να έχουν την ιδια φύση και την ίδια ουσία και όχι μόνο ένα κοινό όνομα.
[2] Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Έρωτας ήταν παιδί του Πόρου (= δρόμος,
πλούτος, περιουσία ) και της ά-πορης Πενίας (= φτώχεια).Βλέπε: Πλάτων, Συμπόσιον, 203b:
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΥΠΕΡ-ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ
Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ*
Το Βερολίνο μετατρέπει την ευρωζώνη σε οικονομική ενδοχώρα, ηΒρετανία βρίσκεται με το ένα πόδι έξω από την Ε.Ε. και το μέλλον της Ένωσης διαγράφεται απρόβλεπτο.
Την προηγούμενη εβδομάδα, στις 22 Ιανουαρίου, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ γιόρτασαν στο Βερολίνο την πεντηκοστή επέτειο μιας ιστορικής συμφωνίας, που φέρει τις υπογραφές δύοσπουδαίων προκατόχων τους: της συνθήκης των Ηλυσίων, με την οποία οι Κόνραντ Αντενάουερ και Σαρλ ντε Γκωλ έθεσαν τους δύο γείτονες του Ρήνου, που χωρίζονταναπό ποτάμια αίματος, σε τροχιά συνεργασίας, δρομολογώντας τη μακρά πορεία προςτην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ωστόσο, στην υποτονική ατμόσφαιρα των "πανηγυρικών" εκδηλώσεων υπήρχε κάτι από τη δυσάρεστη αίσθηση που συνοδεύει κάποιον, ο οποίοςείναι υποχρεωμένος να παραστεί σε πάρτι γενεθλίων, γνωρίζοντας ότι οοικοδεσπότης του πάσχει απόβαρύτατη, πιθανότατα μοιραία νόσο.
Οι απαισιόδοξες σκέψεις για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος ενισχύθηκαν μίαημέρα αργότερα, με την ιδιαίτερα σημαντική ομιλία του Ντέιβιντ Κάμερον στηΒουλή των Κοινοτήτων. Ο Βρετανός πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει τηναναθεώρηση του καθεστώτος συμμετοχής της χώρας του στην Ένωση με στόχο ναεπαναφέρει σειρά αρμοδιοτήτων από τις Βρυξέλλες στο Λονδίνο και ότι στησυνέχεια θα οργανώσει δημοψήφισμα με το ερώτημα αν πρέπει η Βρετανία να παραμείνει στην ΕΕ ή να αποχωρήσει από αυτήν.
Παρότι ο Κάμερον δήλωσε ότι επιθυμεί διακαώς, "με την καρδιά και το μυαλό" του, τηνπαραμονή, η κίνησή του αυτή άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Αν οι Γερμανοί δεχθούντις- αρκετά ασαφείς, για την ώρα- αξιώσεις του Λονδίνου για αποκατάσταση τηςεθνικής κυριαρχίας σε σειρά τομέων, τότε το πουλόβερ μπορεί να αρχίσει ναξηλώνεται, αφού ουδείς θα μπορεί να εμποδίσει αύριο τους Σκανδιναβούς, τους Ιταλούς ή και τους Γάλλους να πράξουν το ίδιο. Στην αντίθετη περίπτωση του "nein!", κινδυνεύουν ναοδηγήσουν τους πάντα δύσπιστους, έναντι των Βρυξελλών και του Βερολίνου,Βρετανούς ψηφοφόρους να ψηφίσουν υπέρ τηςαποδέσμευσης. Σύμφωνα με τιςτελευταίες δημοσκοπήσεις, το 50% των πολιτών επιθυμεί το οριστικό διαζύγιο τηςνήσου με την ηπειρωτική Ευρώπη.
Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΜΕΡΟΝ
Σε πρώτη ματιά, η ριψοκίνδυνη κίνηση του συντηρητικού πρωθυπουργού της Βρετανίας ξενίζει, καθώς ήταν οι πρωθυπουργοί των "Τόρηδων" εκείνοι που προώθησαν τηνένταξη της χώρας τους στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ταεθνικιστικά διαπιστευτήρια του οποίου ουδείς θα μπορούσε να αμφισβητήσει, έριξε ήδη από το 1946 το σύνθημα για "ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης". ΟΧάρολντ Μακμίλαν κατέθεσε την πρώτη αίτηση ένταξης της Βρετανίας στιςευρωπαϊκές κοινότητες το 1960 και ένας άλλος συντηρητικός πρωθυπουργός, οΈντουαρντ Χιθ, ήταν εκείνος που κατάφερε να πάρει το πράσινο φως για τηνένταξη, το 1973. Επιπλέον, η επιλογή του Κάμερον ουδόλως ενθουσίασε τον πιοστενό σύμμαχο της Βρετανίας, την Αμερική, όπως άφησε σαφέστατα να εννοηθεί οσύμβουλος του Ομπάμα, Τζόζεφ Νάι, στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Η Ουάσιγκτον επιθυμεί διακαώς να παραμείνει η Βρετανία στην ΕΕ, λειτουργώντας ωςαντίβαρο στη γερμανική ηγεμονία.
Σε πείσμα όλων αυτών, ο Κάμερον δεν μπορούσε να αγνοήσει το διογκούμενο ρεύμα τωνευρωσκεπτικιστών, το οποίο αντανακλάται στη δημοσκοπική απογείωση του εθνικιστικού "Κόμματος της Ανεξαρτησίας" και απειλεί να προκαλέσει βαθύτατορήγμα στο εσωτερικό των ίδιων των Συντηρητικών. Οι παράγοντες που τροφοδοτούναυτό το ρεύμα είναι μάλλον προφανείς: Η κρίση της ευρωζώνης έκανε το εγχείρηματης ενοποίησης πολύ λιγότερο ελκυστικό στα λαϊκά στρώματα, ενώ η απάντηση της Γερμανίας στην κρίση- βαθύτερη οικονομική και πολιτική ενοποίηση με τους όρους του Βερολίνου- έχει καταθορυβήσει μεγάλο μέρος των βρετανικών ελίτ. Είναιχαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο Economist,η δημοσιογραφική ναυαρχίδα των ευρωπαϊστών, συμμερίζεται την πρωτοβουλία Κάμερον για δημοψήφισμα, έστω κι αν διατυπώνει ήπιες επιφυλάξεις για τη χρονικήστιγμή που εκδηλώθηκε.
Όλα δείχνουν ότι βαίνουμε προς ένα αποφασιστικό σημείο καμπής για το μέλλον της Ευρώπης. Παρά την τεχνητή ευφορία που καλλιεργείται για την πρόσκαιρη εκτόνωσητης κρίσης του ευρώ, το μέλλον του κοινού νομίσματος εξακολουθεί να βρίσκεταιεπί ξυρού ακμής. Η ευρωζώνη βρίσκεται σε νέα ύφεση, από την οποία κινδυνεύει ναπληγεί ακόμη και η Γερμανία, ενώ η ανεργία στην Ισπανία και την Ελλάδαεξακολουθεί να οδεύει προς τη στρατόσφαιρα, προκαλώντας μεγάλες ζώνεςκοινωνικής ερήμωσης. Στην Ιταλία, οΜπερλουσκόνι έχει επικεντρώσει ολόκληρη τηνπροεκλογική του εκστρατεία στον πόλεμο κατά του ευρώ. Εκ των κορυφαίων Αμερικανών οικονομολόγων, ο Μπάρι Άιχενγκριν έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνουαπό το χιονισμένο Νταβός: "Κανένα από τα υποβόσκοντα προβλήματα της ευρωζώνης δεν έχει επιλυθεί. Η δίδυμη κρίση του δημοσίου χρέους και των τραπεζών θαοδηγήσει σε νέα υπερθέρμανση εντός του 2013... Οι Ευρωπαίοι θα ξυπνήσουν με ένααπότομο σοκ από το λήθαργο της αυτοϊκανοποίησης, πιστεύω σύντομα. Οι αγορές θαχάσουν κάποια στιγμή την υπομονή τους και η κρίση θα επανέλθει".
ΝΑ...ΠΡΟΛΑΒΟΥΝ ΤΟ ΚΑΚΟ
Σε μια προφανή προσπάθεια να προλάβουν τις εξελίξεις, Μέρκελ και Ολάντ ανακοίνωσανστο Βερολίνο ότι θα καταθέσουν κοινή πρόταση για την προώθηση βαθύτερηςοικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης στη σύνοδο κορυφής του Ιουνίου. Τη δήλωση αυτή υποδέχθηκαν περίπου ως βροχή σε ξερή γη οιδημοσιογραφικές ελίτ και πολιτικές ηγεσίες που δε διαθέτουν άλλο οδηγόπολιτικής ανάλυσης από τη χιλιαστική πίστη στο δόγμα "όσο περισσότερη Ευρώπη,τόσο καλύτερα". Αντανακλαστικές αντιδράσεις αυτού του είδους, τις οποίες θαζήλευαν και οι πεινασμένοι σκύλοι του καθηγητή Παβλόφ, ουδόλως δικαιώνονται απότην πρόσφατη πείρα, αλλά η μνήμη είναι είδος εν σπάνει και η ονειροφαντασίωσηανίκητη. Μήπως "περισσότερη Ευρώπη" δεν ήταν η ένταξη στην ευρωζώνη και ταΜνημόνια, που έφεραν δέκα χρόνια πίσω το ελληνικό ΑΕΠ, είκοσι χρόνια πίσω τολαϊκό εισόδημα και έναν αιώνα πίσω το εργατικό δίκαιο; Μήπως το να ζητάμε"περισσότερη Ευρώπη" από τη Μέρκελ και τοΣόιμπλε δε διαφέρει και πολύ από τοντρελό του χωριού στο μυθιστόρημα του Γκόγκολ, που πήγαινε στην κηδεία καιφώναζε "πέντε- πέντε την ημέρα, κι εκατό την εβδομάδα";
Όταν υπέγραφε την ιστορική συνθήκη με τον Αντενάουερ, ο στρατηγός Ντε Γκωλ δενέκρυβε τις προθέσεις του για το μέλλον της Ευρώπης. Οραματιζόταν μια "Ευρώπη-ιππήλατη άμαξα, με τη Γερμανία στο ρόλο του πρώτου ίππου και τη Γαλλία στο ρόλοτου αμαξά". Φιλοδοξούσε να χαλιναγωγήσει τον αναδυόμενο οικονομικό κινητήρα τηςΕυρώπης με την ανώτερη πολιτικοστρατιωτική ισχύ μιας Γαλλίας, που διατηρούσεανεξάρτητο πυρηνικό οπλοστάσιο και θέση μονίμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείαςτου ΟΗΕ. Μια ένωση κυρίαρχων εθνών- κρατών, ανεξάρτητη από την Αμερική, με δικήτης φωνή στο διεθνή στίβο και ισχυρό κοινωνικό κράτος στο εσωτερικό της.
Έτη φωτός χωρίζουν την "υπαρκτή Ευρώπη" του σήμερα από εκείνα τα όνειρα θερινήςνυκτός. Η επανένωση της Γερμανίας μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου καιη προς ανατολάς διεύρυνση έβαλαν τις βάσεις για τη σταδιακή μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια σύγχρονη εκδοχή της μεσαιωνικής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Η ασυμμετρία δύναμης μεταξύ μιαςηγεμονικής Γερμανίας και μιας αποδυναμωμένης Γαλλίας ανατρέπει άρδην τους όρουςτης ευρωπαϊκής ενοποίησης. Περισσότερη Ευρώπη σήμερα σημαίνει, αναπόδραστα,περισσότερη γερμανική κυριαρχία- στις ελληνικές τράπεζες, στα οικονομικάυπουργεία, στον ορυκτό πλούτο και πάει λέγοντας.
Όποια άποψη και να έχει κανείς για το ΓιώργοΠαπανδρέου, αποτελεί ταπείνωση για τηνίδια την Ελλάδα το λιντσάρισμά του από τη Μέρκελ και το Σαρκοζί όταν κάτι πήγενα ψελλίσει για δημοψήφισμα γύρω από το ευρώ- βλέπετε, ο Παπανδρέου δεν ήταν Κάμερον και η Ελλάδα δεν ήταν Βρετανία. Όποια άποψη κι αν έχει κανείς για τον απίθανο Μπερλουσκόνι, δεν μπορεί να μην αγανακτεί παρακολουθώντας και πάλι τουςΜέρκελ και Σαρκοζί να λοιδωρούν τον εκλεγμένο πρωθυπουργό μιας ιστορικής χώρας,μέλους του G7, για ναβάλουν στη θέση του τον "τεχνοκράτη" Μόντι. Έναν άνθρωπο που ουδέποτε είχεεκλεγεί σε δημόσιο αξίωμα, εκπρόσωπο των διεθνών τοκογλύφων, στέλεχος τηςδιαβόητης Trilateral, τηςΛέσχης Μπίλντεμπεργκ, της Goldman Sachs,της Moody's, της Coca Cola καιδιάφορων άλλων ευαγών ιδρυμάτων.
Τούτων δοθέντων, μήπως θα ήταν προτιμότερο, αντί να περιμένουμε αιωνίως "το φως εξ Εσπερίας", να διδαχθούμε κάποια πράγματα από την πρωτοβουλία Κάμερον και ειδυνατόν να την αξιοποιήσουμε προς όφελός μας; Το ερώτημα είναι, βέβαια,ρητορικό όταν απευθύνεται στην κυβέρνηση της εσωτερικής τρόικα, που έχειεναποθέσει τις τύχες αυτού του τόπου στον αυτόματο πιλότο του Βερολίνου.Ωστόσο, οι αντιμνημονιακές δυνάμεις και κυρίως η Αριστερά δεν θα μπορούσαν,άραγε, να αξιοποιήσουν τις αντιθέσεις στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης καιτο νέο τοπίο που διαμορφώνεται για να θέσουν ζήτημα επαναδιαπραγμάτευσης τηςθέσης της Ελλάδας- μεταφορά κοινοτικώνπόρων,μεταναστευτικό και Δουβλίνο ΙΙ, φύλαξη συνόρων κ.α.-επικαλούμενες τη ληστείασε βάρος της χώρας που έχει ήδη συντελεστεί και ύψιστους λόγους εθνικούσυμφέροντος; Δεν θα έπρεπε τουλάχιστοννα δεσμευθούν από τώρα για δημοψήφισμα που θα επικυρώσει την κατάργηση τωνμνημονίων, ώστε να οχυρωθούν πίσω από τη δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση τουλαού μας ενόψει της σύγκρουσης που αναπόφευκτα θα έρθει με τους διεθνείςτοκογλύφους;
Εκτός αν κάποιοι πιστεύουν ότι η μόνη ελπίδα σωτηρίας είναι να πείσει ο κ. Τσίπρας,σε μια επόμενη συνάντηση, τον κ. Σόιμπλε ότι είναι προς το συμφέρον τηςΓερμανίας να συμπεριφέρεται στην Ελλάδα όχι σαν Σάυλοκ, αλλά σαν Άγιος Βασίλης-κάτι που μάλλον θα μας πάρει περισσότερο καιρό από το να πείσουμε τουςκαρχαρίες πως θα έπρεπε, για το δικό τους καλό, που τόσο καιρό αγνοούσαν, ναγίνουν χορτοφάγοι...
πηγή*ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΕΠΙΚΑΙΡΑ"(31/1/2013)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

