Armagideon Time - The Clash - London 1979

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Δεν γνωρίζουν τι ποιούν;


Όλος ο κόσμος έχει μια απορία: Καλά, οι ηγέτες μας, δεν γνωρίζουν τί ποιούν; Τόσο βαθειά νυχτωμένοι είναι; Δεν υπάρχει ούτε ένας ευρωπαίος ηγέτης που να μπορεί αντικρύσει την πραγματικότητα κατάματα και να αντιδράσει ανάλογα;
Δεν θα μιλήσω για τους δικούς μας, εγχώριους «ηγέτες». Όσο λιγότερα πει κανείς για τους Παπανδρέου, Παπαδήμους, Σαμαράδες και Σία τόσο καλύτερα. Θα σας αφηγηθώ όμως μια ιστορία που γνωρίζω καλά και η οποία λέει, νομίζω, πολλά.
Φθινόπωρο 2011. Ρώμη. Ο τότε υπουργός οικονομικών της Ιταλίας, Τζούλιο Τρεμόντι, ανησυχεί. Βλέπει την λαίλαπα της Κρίσης να χτυπάει ήδη την χώρα του. Απεγνωσμένα ψάχνει τρόπους να την αναχαιτήσει. Κάποια στιγμή, πολιτικός του αντίπαλος, τ. πρωθυπουργός της χώρας, του συνιστά να συναντήσει γνωστό του οικονομολόγο που επεξεργάστηκε μια καινοτόμα ιδέα για το πως μπορεί να τεθεί τέλος στην Κρίση του Ευρώ. Ο υπουργός δέχεται, ακούει την ιδέα του επισκέπτη του, και ενθουσιάζεται. Του φαίνεται λογική, εφικτή και πολιτικά εφαρμόσιμη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μάλιστα ενθουσιάστηκε τόσο που αμέσως έβαλε τον γραμματέα του να κινήσει γη και ουρανό οργανώνοντας συναντήσεις μεταξύ του επισκέπτη του και ιθυνόντων στις Βρυξέλλες, ευρω-βουλευτές, υπουργούς άλλων κρατών κλπ, με προφανή στόχο την προώθηση της καινοτόμας ιδέας-πρότασης.
Την ώρα που υπουργός και γραμματέας συζητούσαν ποιον θα έπρεπε να προσεγγίσουν για να οργανώσουν συνάντηση με τον επισκέπτη, γυρνά ο τελευταίος και λέει: «Κύριε υπουργέ, ποιος ο λόγος για όλες αυτές τις συναντήσεις; Δεν έχω πρόβλημα να πάω να δω τους ανθρώπους αυτούς και να τους μιλήσω. Αναρωτιέμαι όμως γιατί πρέπει να το κάνω δεδομένου ότι, όπως μου λέτε, έπεισα... εσάς! Είστε ο υπουργός οικονομικών κραταιάς ευρωπαϊκής χώρας. Συμμετέχετε στο Eurogroup, στο Ecofin, στα υψηλότερα κλιμάκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν πειστήκατε όντως για την πρότασή μου, γιατί δεν την παρουσιάζετε ως δική σας στο Ecofin;»
Ο Τζούλιο Τρεμόντι χαμογέλασε, έκατσε πιο βαθειά στην δερμάτινη πολυθρόνα του και, με μια έκφραση μεταξύ ειρωνίας και θλίψης, του απαντά: «Δεν καταλαβάνεται αγαπητέ μου τι θα συμβεί με το που θα αρχίσω να παρουσιάζω την πρότασή σας στο Ecofin; Όσο λογική και εφαρμόσιμη κι αν είναι, με το που θα αρχίσω την ομιλία μου υπέρ της, τα SMS θα φεύγουν καταιγιστικά απ΄τα κινητά συναδέλφων υπουργών και των παρατρεχάμενών τους: Ο Τρεμόντι προτείνει την κεντρική διαχείριση μέρους του δημόσιου χρέους των κρατών-μελών, θα λένε. Δευτερόλεπτα αργότερα τα δημοσιογραφικά πρακτορεία θα αναμεταδίδουν τα μηνύματα αυτά, ολίγον τι «τραβηγμένα», και, προτού καν ολοκληρώσω την τοποθέτησή μου, τα spreads της Ιταλίας θα έχουν εκτιναχτεί στα ουράνια καθώς οι χρηματαγορές θα δονούνται από φήμες πως, για να προτείνει τέτοια πράγματα ο Τρεμόντι, η ιταλική κυβέρνηση προφανώς δεν δύναται να αναχρηματοδοτήσει το τεράστιο χρέος της. Την επόμενη μέρα δεν θα είμαι πια υπουργός οικονομικών. Πως ακριβώς θα βοηθήσει στην προώθηση της ιδέας-πρότασής σας η αποκαθήλωσή μου;»
Έναν χρόνο αργότερα, ο Τρεμόντι είχε περάσει στην ιστορία, καθώς στην Ρώμη είχε επιβληθεί (από το Βερολίνο, την Φραγκφούρτη και τις Βρυξέλλες) κυβέρνηση τεχνοκρατών υπό τον κ. Μάριο Μόντι. Η αποστολή του κ. Μόντι; Να θέσει το δημόσιο χρέος της Ιταλίας υπό έλεγχο.
Ήταν η εποχή που οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατέρρεαν και ο νέος Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ο έτερος Μάριο (Ντράγκι), για να μαζέψει τα ασυμάζευτα, τύπωσε €1 εκατομμύριο και μήνυσε στους τραπεζίτες να κοπιάσουν – ελπίζοντας παράλληλα ότι, με αυτό τον τρόπο, οι τράπεζες θα δανείσουν κάποια από τα ποσά που θα λάμβαναν στα χειμαζόμενα κράτη.
Ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωινό, Φλεβάρης του 2012 ήταν, ο νέος πρωθυπουργός δέχεται στο γραφείο του τον Πρόεδρο μίας εκ των μεγαλύτερων ιταλικών τραπεζών. Χωρίς πολλές περιστροφές, ο τραπεζίτης ανακοίνωσε στον κ. Μόντι ότι, εκείνο το πρωινό, η τράπεζά του εξέδωσε ιδιωτικά ομόλογα €40 εκ. «Βεβαίως κ. πρωθυπουργέ, καθώς όλοι γνωρίζουν τις δυσκολίες της τράπεζάς μας κανείς δεν θα τα αγοράσει αν δεν μας δώσετε την βούλα του ιταλικού κράτους.» «Μου ζητάτε να εγγυηθεί για τα δικά σας νέα, τεράστια, χρέη ο ιταλός φορολογούμενος;», απόρησε ο κ. Μόντι μπροστά στο θράσος του τραπεζίτη. «Ακριβώς αυτό σας ζητώ κ. Μόντι» του απάντησε επιβεβαιώνοντας της θρασύτητά του ο τραπεζίτης. «Με την κρατική εγγύηση θα μπορέσω σήμερα κι όλας να καταθέσω αυτά τα νέα ομόλογα στην ΕΚΤ και να πάρω ρευστό χρήμα. Διαφορετικά αύριο η τράπεζα δεν θα ανοίξει, θα επικρατήσει χάος και η κυβέρνησή σας θα καταρρεύσει.»
Κάπως έτσι ο «τεχνοκράτης» πρωθυπουργός κατάλαβε το δίλημμα στο οποίο βρισκόταν: Να δώσει την εγγύηση του κράτους στα ομόλογα του αναιδή τραπεζίτη, αυξάνοντας εν μία νυκτί το δημόσιο χρέος κατά σαράντα δις; Ή να αντισταθεί; Ζήτησε στον επισκέπτη του να αποσυρθεί στον χώρο αναμονής έξω από το πρωθυπουργικό γραφείο και αμέσως τηλεφώνησε στον υπουργό οικονομικών και στον Πρόεδρο της ΕΚΤ, τον Μάριο Ντράγκι. Και οι δύο του είπαν να μην διανοηθεί να αφήσει την τράπεζα να καταρρεύσει. Με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, συντετριμμένος, ο Μάριο Μόντι ζήτησε από την γραμματέα του να φωνάξει τον τραπεζίτη και υπέγραψε τα χαρτιά της κρατικής εγγύησης του νέου ιδιωτικού χρέους. «Αντί να δανείζουν οι τράπεζες κάποια από τα ποσά που τους δίνει ο Ντράγκι» σκέφτηκε ο κ. Μόντι «έρχονται στο υπό πτώχευση κράτος για εγγυήσεις!»
Μερικές μέρες μετά, ήρθε και η δεύτερη λυπητερή: Οι Βρυξέλλες μήνυσαν στον ιταλό πρωθυπουργό, στον «εκλεκτό» τους, πως παρατήρησαν μια «απότομη» αύξηση του ιταλικού δημόσιου χρέους, σε αντίθεση με την «αποστολή» του κ. Μόντι – που δεν ήταν άλλη από την μείωση του χρέους. «Με αυτά τα νέα δεδομένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει από εσάς την εισαγωγή νέων μέτρων για να περιοριστεί το δημοσιονονικό έλλειμμα της Ιταλίας», κατέληγε το μήνυμα.
Τρεις εβδομάδες αργότερα, ένας καταβεβλημένος Μάριο Μόντι ανακοίνωνε στην Ιταλική Βουλή νέα «μέτρα» τα οποία, όπως απεδείχθη πολύ λίγο αργότερα, έσπρωξαν την Ιταλία σε νέα, τεχνητή, ύφεση. Δεν πέρασε πολύς καιρός πριν ο κ. Μόντι συρθεί σε εκλογές στις οποίες οι εκλογείς τον διέσυραν, εκλέγοντας έναν άλλον κύριο ο οποίος αυτή την εποχή παλεύει με νύχια και με δόντια να παραμείνει στην, δήθεν, εξουσία.
Παραθέτω αυτές τις δύο ιστορίες αντί για απάντηση στο αρχικό ερώτημα: «Καλά οι ηγέτες μας δεν γνωρίζουν το ποιούν;» Δυστυχώς γνωρίζουν. Αλλού είναι το ζήτημα... 

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

TTIP: η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Ε.Ε., μια ολομέτωπη επίθεση στη δημοκρατία


Θυμάστε εκείνο το δημοψήφισμα στη Βρετανία, για το εάν θα έπρεπε να δημιουργήσουμε μια ενιαία αγορά με τις Ηνωμένες Πολιτείες; Ξέρετε, εκείνο που ρωτούσε για το εάν οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν το δικαίωμα να καταργούν τους νόμους μας… Όχι; Ούτε κι εγώ. Βέβαια, τις προάλλες έψαχνα κάνα δεκάλεπτο το ρολόι μου, πριν καταλάβω ότι το φορούσα. Το ότι ξέχασα το δημοψήφισμα είναι μάλλον άλλο ένα σημάδι ότι γερνάω. Γιατί σίγουρα πρέπει να έγινε δημοψήφισμα, έτσι δεν είναι; Μετά από όλη εκείνη την αγωνία για το εάν πρέπει να μείνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή όχι, η κυβέρνηση δεν θα παρέδιδε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα σε κάποιον σκιώδη, αντιδημοκρατικό οργανισμό χωρίς να μας ρωτήσει. Έτσι δεν είναι;
Ο σκοπός της Διατλαντικής Εμπορικής και Επενδυτικής Συνεργασίας (TΤIP) είναι να παρακάμψει τις διαφορές μεταξύ του κανονιστικού πλαισίου των ΗΠΑ και αυτού των ευρωπαϊκών κρατών. Έχω ξαναγράψει γι’ αυτό το θέμα, αλλά δεν είχα θίξει το πλέον σημαντικό ζήτημα: την αξιοσημείωτη δυνατότητα που χαρίζει στις μεγάλες επιχειρήσεις να ταράξουν στις αγωγές όσες κυβερνήσεις θα προσπαθούσαν να υπερασπίσουν τους πολίτες τους. Θα επέτρεπε σε μυστικοπαθείς επιτροπές επιχειρηματικών νομικών συμβούλων να παρακάμπτουν κοινοβουλευτικές αποφάσεις και να καταργούν προστατευτικές νομοθεσίες.
Ο μηχανισμός μέσω οποίου επιτυγχάνονται τα παραπάνω είναι γνωστός ως μηχανισμός επίλυσης διαφορών επενδυτή και κράτους. Χρησιμοποιείται ήδη σε πολλά μέρη του κόσμου για να απενεργοποιήσει κανονισμούς που προστατεύουν τους ανθρώπους και το περιβάλλον.
Μετά από εκτεταμένο δημόσιο διάλογο, τόσο μέσα όσο κι έξω από το Κοινοβούλιο, η αυστραλιανή κυβέρνηση αποφάσισε ότι όλα τα τσιγάρα θα πωλούνται σε ίδια πακέτα, ανεξαρτήτως μάρκας, που θα φέρουν μονάχα προειδοποιητικές για την υγεία ετικέτες με αποτρόπαιες φωτογραφίες. Η απόφαση αυτή κυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας. Ωστόσο η Philip Morris, χρησιμοποιώντας μια εμπορική συμφωνία μεταξύ της Αυστραλίας και του Χονγκ Κονγκ προσέφυγε σε εξωχώριο δικαστήριο, απαιτώντας ένα τεράστιο ποσό ως αποζημίωση για την απώλεια της «πνευματικής ιδιοκτησίας» της.[1]
Άλλο παράδειγμα, η Αργεντινή: κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που πέρασε και προκειμένου να μετριάσει τη λαϊκή οργή, η κυβέρνηση της χώρας «πάγωσε» τις αυξήσεις στους λογαριασμούς του ηλεκτρικούκαι του νερού. Οι πολυεθνικοί πάροχοι, των οποίων οι υπέρογκες τιμές είχαν προκαλέσει την αντίδραση της κυβέρνησης, άρχισαν τις αγωγές. Γι’ αυτό και για άλλα «εγκλήματα», η Αργεντινή αναγκάστηκε να πληρώσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε αποζημιώσεις. Στο Ελ Σαλβαδόρ, κάποιες τοπικές κοινότητες κατάφεραν, με μεγάλο κόστος (τρία μέλη τους δολοφονήθηκαν), να πείσουν την κυβέρνηση να μην επιτρέψει την εγκατάσταση στην περιοχή τους ενός μεγάλου ορυχείου χρυσού που επαπειλούσε με καταστροφική μόλυνση τα υδάτινα αποθέματά τους. Μια νίκη της δημοκρατίας, θα σκεφτείτε. Όχι για πολύ, φοβάμαι. Η καναδική εταιρεία που ήθελε να ανοίξει το ορυχείο ενάγει το Ελ Σαλβαδόρ για 315 εκατομμύρια δολάρια — για απώλεια των αναμενόμενων μελλοντικών κερδών.
Στον Καναδά, τα δικαστήρια ανακάλεσαν τις πατέντες δύο προϊόντων της αμερικανικής φαρμακευτικής Eli Lilly, με το σκεπτικό ότι η εταιρεία δεν είχε στοιχειοθετήσει επαρκώς τα ευεργετικά αποτελέσματα που ισχυριζόταν ότι είχαν τα προϊόντα αυτά. Η Eli Lilly ενάγει τώρα το καναδικό κράτος για 500 εκατομμύρια δολάρια, απαιτώντας ταυτόχρονα την αλλαγή τηςσχετικής νομοθεσίας.
Αυτές οι εταιρίες (και εκατοντάδες άλλες) χρησιμοποιούν τους κανόνες για την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους, όπως αυτοί έχουν ενσωματωθεί σε εμπορικές συμφωνίες που οι εναγόμενες χώρες έχουν υπογράψει. Οι κανόνες αυτοί επιβάλλονται από επιτροπές που δεν διαθέτουν καμία από τις δικλείδες ασφαλείας που έχουμε συνηθίσει από τα δικαστήρια. Οι ακροαματικές διαδικασίες γίνονται εν κρυπτώ. Οι δικαστές είναι νομικοί σύμβουλοι επιχειρήσεων, πολλοί από τους οποίους εργάζονται για εταιρείες όπως εκείνες των οποίων τις υποθέσεις αναλαμβάνουν στο δικαστήριο. Οι πολίτες και οι συλλογικότητες που επηρεάζονται από τις αποφάσεις αυτές δεν έχουν δικαίωμα παράστασης στις δίκες. Δεν υπάρχει δικαίωμα έφεσης σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις που τυχόν θα επιδικαστούν. Από την άλλη, οι επιτροπές αυτές μπορούν να υπερισχύσουν της κυριαρχίας εθνικών κοινοβουλίων και των αποφάσεων ανώτατων δικαστηρίων.
Δεν το πιστεύετε; Ιδού τι λέει ένας από αυτούς τους δικαστές για τη δουλειά του: «Όταν ξυπνάω τη νύχτα και σκέφτομαι για τον θεσμό της επενδυτικής διαιτησίας, δεν παύει να με εκπλήσσει τοότι κυρίαρχα κράτη συναινούν να τον υφίστανται… Τρία άτομα, ιδιώτες χωρίς θεσμικό ρόλο, έχουν την εξουσία να ελέγχουν, χωρίς κανένα περιορισμό και δυνατότητα έφεσης, όλες τις πράξεις της κυβέρνησης, όλες τις αποφάσεις των δικαστηρίων, όλους τους νόμους και τους κανονισμούς που ψηφίστηκαν απόκοινοβούλια».
Δεν προβλέπονται αντίστοιχα δικαιώματα για τους πολίτες. Εμείς δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα δικαστήρια για να απαιτήσουμε ισχυρότερη προστασία από την επιχειρηματική αρπακτικότητα. Όπως λέει το Democracy Centre,[2] πρόκειται για «ένα ιδιωτικοποιημένο σύστημα απονομής δικαιοσύνης για πολυεθνικές επιχειρήσεις».
Ακόμα και όταν αγωγές τέτοιου τύπου δεν επιτυγχάνουν τους άμεσους στόχους τους, ασκούν ισχυρή παραλυτική επίδραση στα νομοθετικά σώματα. Ένας καναδός κυβερνητικός αξιωματούχος, σχολιάζοντας τους κανόνες που επέβαλε η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής (η περίφημη NAFTA), σημείωνε: «Έχω δει τις επιστολές που έστελναν μεγάλα δικηγορικά γραφεία της Νέας Υόρκης και της Ουάσινγκτον στην καναδική κυβέρνηση, κάθε φορά που επίκειτο συζήτηση για κάποια νέα περιβαλλοντική διάταξη, τα τελευταία πέντε χρόνια. Αφορούσαν τα χημικά στεγνού καθαρισμού, τα φαρμακευτικά σκευάσματα, τα εντομοκτόνα, το νόμο κατοχύρωσης ευρεσιτεχνιών. Ουσιαστικά, όλες οι νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες στοχοποιούνταν και οι περισσότερες από αυτές δεν είδαν ποτέ το φως της ημέρας». Η ουσιαστική δημοκρατία είναι αδύνατη κάτω από αυτές τις συνθήκες.
Αυτό είναι το σύστημα που θα υφιστάμεθα εάν προχωρήσει η διατλαντική συμφωνία. Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αιχμάλωτες και οι δύο των επιχειρήσεων που θα έπρεπε να ελέγχουν, πιέζουν ώστε ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών επενδυτή-κράτους να περιληφθεί στη συμφωνία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να αντικαταστήσει τα υπάρχοντα υπόλογα, κυρίαρχα δικαστήρια (που γενικώς δεν είναι προκατειλημμένα και δεν στερούνται την απαραίτητη ανεξαρτησία)με ένα κλειστό, διεφθαρμένο σύστημα, ευάλωτο σε συγκρούσεις συμφερόντων και σε αυθαίρετα κέντρα εξουσίας.
Οι κανόνες επίλυσης διαφορών επενδυτή-κράτους θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να συντρίψουν κάθε προσπάθεια διάσωσης του Βρετανικού Εθνικού Συστήματος Υγείας από τον επιχειρηματικό έλεγχο, μεταρρύθμισης του τραπεζικού συστήματος, ανάσχεσης της απληστίας των εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας, επανεθνικοποίησης των σιδηροδρόμων, προστασίας του ορυκτού πλούτου. Αυτοί οι κανόνες αποκλείουν τις εναλλακτικές που προσφέρει η δημοκρατία, θέτουν εκτός νόμου την αριστερή πολιτική.
O Georges Monbiot είναι δοκιμιογράφος. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον «Guardian», 4.11.2013.

[1]    H Philip Morris Asia, μητρική της αυστραλιανής, έχει έδρα το Χονγκ Κονγκ. Η συμφωνία που αναφέρεται αφορούσε, μεταξύ άλλων,  την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, που περιλαμβάνει και τον ειδικό σχεδιασμό των πακέτων (λογότυπα, χαρακτηριστικά σχήματα και χρώματα κ.λπ.). Η προτεινόμενη νομοθεσία καταργούσε όλα τα διακριτικά στοιχεία, εκτός από την εμπορική ονομασία των τσιγάρων, που  αναγράφεται πλέον  με απλή γραμματοσειρά μικρού μεγέθους, στο κάτω μέρος του πακέτου. Εκπρόσωπος της εταιρίας εξηγούσε τη λογική της αγωγής ως εξής: «Οι μάρκες μας είναι τα πολυτιμότερα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας. Είναι αυτό που διαφοροποιεί τα προϊόντα μας από τον ανταγωνισμό. Αυτή η απόφαση ισοδυναμεί με κατάσχεση των προϊόντων μας στην Αυστραλία» (goo.gl/akzZsV). (Σ.τ.Μ.)» (goo.gl/akzZsV). (Σ.τ.Μ.)
[2] Αμερικανική ΜΚΟ (1992-) που δραστηριοποιείται παγκοσμίων με στόχο τη δημοκρατική ευαισθητοποίηση και συμμετοχή σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος.
του Τζωρτζ Μπονμπιό
μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου  

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Too big to jail...

απάτη τράπεζες
Μπέρνι Μάντοφ, ο άνθρωπος που κατηγορείτε για τη μεγαλύτερη οικονομική απάτη με μορφή «πυραμίδας» στην ανθρώπινη ιστορία, πρέπει να γέλασε με πικρία καθώς διάβαζε τους τίτλους των οικονομικών εφημερίδων των τελευταίων εβδομάδων.
Η JP Morgan, η τράπεζα μέσω της οποίας είχε πραγματοποιήσει τις μεγαλύτερες απάτες της καριέρας του, ήρθε σε συμφωνία με το αμερικανικό υπουργείο δικαιοσύνης πληρώνοντας περίπου 1.7 δισεκατομμύριο δολάρια προκειμένου να αποφύγει τις ποινικές διώξεις. Ο ίδιος ο ο Μάντοφ έχει θεωρητικά να περάσει στη φυλακή άλλα… 145 χρόνια. Οι καλύτεροι συνεργάτες του όμως, στο έγκλημα της χιλιετίας, κυκλοφορούν ελευθεροι 
Στην ουσία της η επιχείρηση του Μάντοφ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια κλασική «πυραμίδα», ένα «σχέδιο Πόνζι» όπως το αποκαλούν στις ΗΠΑ από το όνομα του Ιταλού μετανάστη Τσαρλς Πόνζι, ο οποίος έστησε μια από τις μεγαλύτερες πυραμίδες των αρχών του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ. Ο Μάντοφ υποσχόταν να επενδύσει τα κεφάλαια των πελατών του στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή αγορά ενώ στην πραγματικότητα τα συγκέντρωνε σε τραπεζικούς λογαριασμούς από όπου προσέφερε υψηλές «αποδόσεις» στους προηγούμενους πελάτες του. Ένα δαιδαλώδες δίκτυο από επιχειρήσεις – βιτρίνα αναλάμβαναν να ξεπλύνουν τα κέρδη δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι τα χρήματα επενδύονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ύστερα από σχεδόν δυο δεκαετίες απάτης η πυραμίδα είχε περίπου 4.000 πελάτες που έπιναν νερό στο όνομα του Μπέρνι. «Τον θεό μπορείς, αν θέλεις, να τον αμφισβητήσεις, τον Μπέρνι όμως ποτέ» έλεγε ο Μάικλ Μπιένες, συνεργάτης αλλά και πελάτης του Μάντοφ.
Η JP Morgan ήταν η βασική τράπεζα που χρησιμοποιούσε ο Μάντοφ στις παράνομες δραστηριότητές του για τουλάχιστον είκοσι χρόνια και όπως δήλωσε και ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του στους Financial Times γνώριζε πολύ καλά τις δραστηριότητές του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η τράπεζα δεν έκρινε σκόπιμο να ενημέρώσει το επενδυτικό κοινό και τις αρμόδιες αρχές για τις παράνομες δραστηριότητες του Μάντοφ, η ίδια φρόντισε πολύ νωρίς να απομακρύνει από το χαρτοφυλάκιό της τα πιο επικύνδυνα επενδυτικά στοιχεία που σχετίζονταν με αυτόν.
Ο ίδιος ο διακανονισμός αποτελεί επισήμως αναγνώριση ότι ο επικεφαλής της JP Morgan ήταν ουσιαστικά συνένοχος στην πυραμίδα του Μάντοφ. Ενώ όμως ο δευτερος καταδικάστηκε σε 150 χρόνια κάθειρξης ο πρώτος κυκλοφορεί σήμερα ελευθερος. Σε μια χώρα όπου τουλάχιστον 2 εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται στη φυλακή και εκατομμύρια άλλοι ζουν με περιοριστικούς όρους για μικροαπάτες και εγκλήματα, οι άνθρωποι που συνέβαλαν περισσότερο στην χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, κι βύθισαν την ανθρωπότητα στην αστάθεια, τη φτώχεια και τη δυστυχία δεν πέρασαν καν έξω από κάποια δικαστική αίθουσα.
Η διαπλοκή της JP Morgan στη συγκεκριμένη υπόθεση μπορεί να αποτελεί, σε συμβολικό επίπεδο, το σημαντικότερο περιστατικό, δεδομένου ότι η «πυραμίδα» του Μάντοφ έχει χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία, σε καμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί εξαίρεση στις δραστηριότητες της συγκεκριμένης τράπεζας. Το 2011 η JP Morgan κατηγορήθηκε για κερδοσκοπία στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για ψευδείς δηλώσεις στην αμερικανική ρυθμιστική αρχή ενέργειας. Λίγο αργότερα κλήθηκε να πληρώσει 4.5 δισεκατομμύρια δολάρια για παράτυπες ενέργειας στην αγορά ομολόγων που ζημίωσαν ανεπανόρθωτα τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία ενώ μόλις πριν από μερικούς μήνες η ίδια τράπεζα κλήθηκε να πληρώσει 13 δισεκατομμύρια δολάρια ως πρόστιμο γιατί παραπλάνησε τους επενδυτές που την εμπιστεύτηκαν για να αγοράσουν τοξικά στοιχεία πριν από την κατάρρευση της αμερικανικής αγοράς ενυπόθηκων δανείων το 2007-2008. Αν και τα ποσά αυτά, στην ονομαστική τους τιμή, φαντάζουν κολοσσιαία για οποιαδήποτε οικονομία του πλανήτη στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρότερα καθώς ένας δαιδαλώδης μηχανισμός εξασφαλίζει σημαντικές εκπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση η JP Morgan δεν φαίνεται να έχει κανένα πρόβλημα να πληρώνει τα προστίμα προκειμένου να συνεχίζει ανενόχλητη τις δραστηριότητές της αφού όπως έχουν αποκαλύψει στελέχη της, έχει κρατήσει «στην άκρη» δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τις εξωδικαστικές τις συμφωνίες με το κράτος.
Προφανώς η συγκάληψη των εγκλημάτων των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων των ΗΠΑ αλλά και της Ευρώπης δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Από τη δημιουργία του σύγχρονου τραπεζικού συστήματος, στις οικονομίες της Δύσης, το κράτος λειτουργούσε στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων σαν προστάτης των τραπεζιτών και σαν εργαλείο διαιώνισης της εξουσίας τους. Άλλωστε οι χρηματιστηριακές κρίσεις του 1929 και του 2008, που αποκάλυψαν τα δομικά αδιέξοδα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος δεν θα είχα συμβεί εάν μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα δεν δρούσαν ανεξέλεγκτα, ακόμη και για τα δεδομένα της λεγόμενης οικονομίας Καζίνο.
Ενώ όμως τους προηγούμενους αιώνες και τις τελευταίες δεκαετίες η συγκάληψη των οικονομικών εγκλημάτων γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες κυβερνητικών και δικαστικών αιθουσιών, στα χρόνια της προεδρίας Μπούς και Ομπάμα το «ακαταδίωκτο» των τραπεζών άρχισε ουσιαστικά να θεσμοθετείται.
Από το 2008 μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμία καταδίκη μεγάλου στελέχους αμερικανικής τράπεζας παρά το γεγονός ότι έχουν φτάσει ενώπιον του αμερικανικού κογκρέσου και της δικαιοσύνης δεκάδες υποθέσεις, στις οποίες οι παράνομες δραστηριότητες των τραπεζών είναι κάτι περισσότερο από προφανείς. Την ίδια ώρα και συγκεκριμένα από το 2004 μέχρι το 2012 το αμερικανικό υπουργείο δικαιοσύνης προχώρησε σε 242 εξωδικαστικές συμφωνίες που εξασφάλιζαν ότι κανένας τραπεζίτης δεν θα χριαζότα να σταθεί μπροστά στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Ανάμεσα στις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις ήταν η συμφωνία με την HSBC η οποία είχε αποδεχθεί ότι συμμετείχε σε ξέπλυμα μαύρου χρήματος από εμπόρειο ναρκωτικών αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων!
Μπροστά σε αυτή την απόφαση του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου, να προσφέρει συγχωροχάρτι στους μεγάλους τραπζίτες, ακόμη και οι πιο «σκληροί» δημόσιοι κατήγοροι αναγκάστηκαν να υποταχθούν στις εντολές των ανωτέρων τους. Χαρακτριστικότερο όλων είναι φυσικά το παράδειγμα του εισσαγγελέα της Νέας Υόρκης, Πριτ Μπαράρα, ο οποίος είχε αναλάβει την υπόθεση της JP Morgan: ενώ μέχρι το καλοκαίρι του 2013 υποστήριζε ότι κανένας τραπεζίτης δεν είναι τόσο ισχυρός που να μην μπορεί να καταλήξει στη φυλακή, πριν από λίγες ημέρες μετατράπηκε στο βασικό συντελεστή της συμφωνίας του αμερικανικού κολοσσού με το υπουργείο δικαιοσύνης.
Καταστρατηγώντας κάθε έννοια δικαίου, μιας αστικής δημοκρατίας, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα παρουσίασε τους τελευταίους μήνες τη φράση too big to jail (πολύ μεγάλο για να φυλακιστεί) παραφράζοντας το περίφημο too big to fail (σε ελευθερη απόδοση: πολύ μεγάλο για να μην διασωθεί από το κράτος). Και για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για τη νέα στάση που θα τηρεί στο εξής η αμερικανική δικαιοσύνη, ο αμερικανός υπουργός δικαιοσύνης Έρικ Χόλντερ δήλωσε ευθέως ότι «ορισμένες τράπεζες είναι πλέον πολύ μεγάλες για να ασκηθούν εναντίον τους ποινικές διώξεις». Σε περίπτωση που οι τράπεζες αυτές καταδικαστούν σε κάποιο δικαστήριο, ξεκαθάρισε ο Χόλντερ, «ενδέχεται να επηρρεαστεί η λειτουργία τους γεγονός που με τη σειρά του μπορεί να επιφέρει καταστροφικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία». Αν και ο Χόλντερ επιχείρησε λίγο αργότερα να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την πρωτοφανή δήλωσή του, το μήνυμα είχε σταλεί στους αποδέκτες του: Η αμερικανική δικαιοσύνη σταματά εκεί που ξεκινούν τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών δημιουργώντας ένα νέο καθεστώς παρανομίας που απολάμβαναν οι αριστοκράτες και οι βασιλείς στα χρόνια της φεουδαρχίας.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Λιγότερο κράτος περισσότερη παρακολούθηση...


«Όταν κάποιος αποκαλύπτει ότι αξιωματούχοι μιας κυβέρνησης παραβιάζουν το νόμο, εσκεμμένα και κατ’ εξακολούθηση, αυτό το άτομο δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ποινή ισόβιας κάθειρξης από την ίδια κυβέρνηση».
Το κεντρικό σχόλιο των Νιου Γιορκ Τάιμς θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξης σημαντικής στροφής στην πολιτική της συγκεκριμένης εφημερίδας, και κατ’ επέκταση ενός μεγάλου τμήματος των πολιτικών και οικονομικών ελίτ που αυτή εκπροσωπεί, απέναντι στον Έντουαρντ Σνόουντεν – τον άνθρωπο ο οποίος με κίνδυνο της ζωής του αποκάλυψε το γιγαντιαίο δίκτυο ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων των ΗΠΑ. Καταρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πολυσυζητημένο σχόλιο των Νιου Γιορκ Τάιμς δεν ζητά σε καμία περίπτωση αθώωση του Σνόουντεν αλλά ούτε καν την διακοπή των παρακολουθήσεων από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Στην καλύτερη περίπτωση επιχειρεί να ρυθμίσει το ρόλο που θα παίζει το αμερικανικό «βαθύ κράτος» στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας – αίτημα που έχουν καταθέσει με διάφορους τρόπους και μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις του διαδικτύου.
Η αλλαγή στάσης των Νιου Γιορκ Τάιμς, όμως, εκφράζει κυρίως το συνεχώς διευρυνόμενο χάσμα απέναντι στην αμερικανική κυβέρνηση και την πλειονότητα του αμερικανικού πληθυσμού, που συνειδητοποιεί έστω και με καθυστέρηση ότι ζει σε ένα από τα πιο απολυταρχικά καθεστώτα που γνώρισε η ανθρωπότητα τους τελευταίους αιώνες. Η δυνατότητα που έχει η κυβέρνηση Ομπάμα να καταστρατηγεί και το τελευταίο άρθρο του αμερικανικού συντάγματος για να παρακολουθεί και τις πιο προσωπικές στιγμές των πολιτών δεν έχει προηγούμενο στην αμερικανική και την παγκόσμια ιστορία.
Η στροφή της ναυαρχίδας του αμερικανικού Τύπου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια στρατηγική προσπάθεια περιορισμού των ζημιών που έχει υποστεί ο Ομπάμα και μαζί του ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός. Γνωρίζοντας ότι ο Σνόουντεν έχει ακόμη πολλά στοιχεία στη διάθεσή του, το αμερικανικό κατεστημένο φαίνεται διατεθειμένο να ρίξει λίγο τους τονους πιστεύοντας ότι έτσι θα μπορέσει να κλείσει μια ώρα αρχύτερα την υπόθεση. Παράλληλα στήνει μια νέα παγίδα στον Σνόουντεν για να τον απομακρύνει από τα χέρια της Ρωσίας όπου έχει βρεί καταφύγιο.
Το βασικό πρόβλημα πάντως είναι ότι αυτός ο μηχανισμός αυτο-επούλωσης των πληγών ενεργοποιήθηκε τελικά από το ίδιο το αμερικανικό κατεστημένο και όχι κάτω από την πίεση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ή του οργανωμένου λαϊκού κινήματος. Η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που συγκαταλέγονται στα βασικότερα θύματα των αμερικανικών προγραμμάτων ηλεκτρονικής κατασκοπείας, αντέδρασαν σαν αποικίες μιας αυτοκρατορίας και όχι σαν ανεξάρτητα κράτη, που δέχονται ηλεκτρονική επίθεση από το εξωτερικό. Όταν η Άγκελα Μέρκελ, μαθαίνει ότι παρακολουθούν το κινητό της τηλέφωνο και αρκείται σε μερικές τυπικές παραινέσεις προς τις ΗΠΑ να… μην το ξανακάνουν, εύκολα καταλαβαίνει κανείς το μέγεθος της υποτέλειας απέναντι στο Λευκό Οίκο.
Όπως σημείωναν όμως πρόσφατα αρθρογράφοι του βρετανικού Γκάρντιαν η υπόθεση αποτέλεσε και μια αποτυχία της Αριστεράς να μετατρέψει τον Σνόουντεν σε σημαία στη μάχη απέναντι στη δημιουργία ενός πανίσχυρου αστυνομικού κράτους. Πατώντας σε αυτή τη σωστή παρατήρηση αρκετοί φιλελεύθεροι αναλυτές επιχειρούν τώρα να παρουσιάσουν την εικόνα ενός κράτους Λεβιάθαν, το οποίο θα πρέπει να περιοριστεί προς όφελος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αποφεύγουν έτσι να παραδεχθούν ότι αυτό το απολυταρχικό δημιούργημα, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τις χειρότερες στιγμές της ανατολικογερμανικής Στάζι και των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, γιγαντώθηκε στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού. Άλλωστε ορισμένες από τις σημαντικότερες αποκαλύψεις του Σνόουντεν αφορούν τη διαπλοκή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες υπήρξαν και ο μεγαλύτερος ωφελημένος από τις παρακολουθήσεις πολιτών και τη βιομηχανική κατασκοπεία που πραγματοποιεί η αμερικανική κυβέρνηση.
Την ίδια ώρα οι τελευταίες αποκαλύψεις του Σνόουντεν επιβεβαιώνουν τους χειρότερους φόβους ορισμένων ότι η NSA έχει περάσει εδώ και καιρό από το επίπεδο της συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών σε διαδικασίες δολιοφθοράς υπολογιστικών συστημάτων που μπορεί να ανήκουν σε ξένες εταιρείες ή ακόμη και ολόκληρες κυβερνήσεις. Τις επιθέσεις είναι σε θέση να πραγματοποιούν οι λεγόμενοι «χάκερ» της NSA οι οποίοι υπάγονται στην ομάδα ειδικών αποστολών ΤΑΟ. Ουσιαστικά πρόκειται για τη μεταφορά στο χώρο του διαδικτύου των ομάδων ανορθόδοξου πολέμου των ενόπλων δυνάμεων οι οποίες έχουν ως αποστολή να καταστρέφουν στόχους αντιπάλων χωρίς να αφήνουν ίχνη.
Τα μέλη των ομάδων ΤΑΟ, που λειτουργούν σε διάφορα γραφεία της NSA στις ΗΠΑ, αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Μόνο στο Τέξας, όπου κατοικοεδρεύουν οι χάκερ της NSA που ασχολούνται με κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, ο αριθμός του έχει σχεδόν πενταπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με έγγραφα που έφτασαν στα χέρια δημοσιογράφων του γερμανικού περιοδικού Spiegel, η ΤΑΟ πραγματοποίησε 279 επιχειρήσεις μόνο το 2010 ενώ στα πέντε προηγούμενα χρόνια είχε αποκτήσει πρόσβαση σε 258 ‘’στόχους’’ σε 89 χώρες.
Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί επικίνδυνα οι επιθέσεις μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών σε κυβερνητικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις ξένων χωρών, οι οποίες σύμφωνα με ειδικούς δεν θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιηθεί από απλούς χρήστες του Ίντερνετ αλλά απαιτούν υποδομές τις οποίες διαθέτουν μόνο μυστικές υπηρεσίες και ένοπλες δυνάμεις τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών. Ο περίφημος ιό Stuxnet, που κατέστρεψε σημαντικό τμήμα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και ιός Flame, ο οποίος κατασκευάστηκε για να παρακολουθεί υψηλόβαθμους Ιρανούς αξιωματούχους, έχουν τη σφραγίδα κυβερνητικών παρεμβάσεων – αν και κανένας δεν έχει αναλάβει επισήμως την ευθύνη της κυβερνοεπίθεσης.